Oκτώ χρόνια μετά την τελευταία περιπέτειά του, ο Δρ Aλαν Γκραντ αποφασίζει να δεχτεί την πρόταση του πολυεκατομμυριούχου Πολ Kίρμπι και να πετάξει μαζί του χαμηλά πάνω από το νησί όπου ζουν τα γιγαντιαία ερπετά. Γενικά στοιχεία: ΗΠΑ, 2001, 92 λεπτά, DTS/Dolby Digital/Dolby EX 6.1/SDDS, 1,85:1 Πρώτη προβολή: 9/11/2001 Σκηνοθεσία: Joe Johnston Σενάριο: Peter Buchman, […]
Oκτώ χρόνια μετά την τελευταία περιπέτειά του, ο Δρ Aλαν Γκραντ αποφασίζει να δεχτεί την πρόταση του πολυεκατομμυριούχου Πολ Kίρμπι και να πετάξει μαζί του χαμηλά πάνω από το νησί όπου ζουν τα γιγαντιαία ερπετά.
Γενικά στοιχεία: ΗΠΑ, 2001, 92 λεπτά, DTS/Dolby Digital/Dolby EX 6.1/SDDS, 1,85:1
Σενάριο: Peter Buchman, Alexander Payne, Jim Taylor
Παραγωγή: Larry J. Franco, Kathleen Kennedy
Μουσική: Don Davis, John Williams
Μοντάζ: Robert Dalva
Φωτογραφία: Shelly Johnson
Παίζουν: Sam Neil, William H. Macy, Tea Leoni, Alessandro Nivola, Trevor Morgan, Laura Dern
Διανομή: UIP
Υπόθεση
Ο δεκατετράχρονος Έρικ (Trevor Morgan) κάνει θαλάσσιο αλεξίπτωτο μαζί με το φίλο της μητέρας του πάνω από το απαγορευμένο νησί Σόρνα, στο οποίο βρισκόταν το πάρκο των κλωνοποιημένων δεινοσαύρων. Το ταχύπλοο που τους οδηγεί όμως τίθεται μυστηριωδώς εκτός ελέγχου και εκείνοι εξαφανίζονται προς την κατεύθυνση του εφιαλτικού νησιού. Δύο μήνες αργότερα, στις ΗΠΑ, οι χωρισμένοι γονείς του μικρού Έρικ, η Αμάντα (Tea Leoni) και ο Πολ Κίρμπι (William H. Macy), προσπαθούν να οργανώσουν μια αποστολή διάσωσης. Για το σκοπό αυτό συναντούν το διάσημο παλαιοντολόγο Αλαν Γκραντ (Sam Neil) και τον πείθουν να τους συνοδέψει, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται να πραγματοποιήσουν απλώς μια εναέρια βόλτα πάνω από το νησί και ότι θα τον ανταμείψουν πλουσιοπάροχα. Φυσικά δεν του αποκαλύπτουν ότι έχουν σκοπό να προσγειωθούν στο μέρος που ο Γκραντ έχει ορκιστεί να μην πατήσει ποτέ το πόδι του και ότι τα χρήματα που του υποσχέθηκαν δεν υπάρχουν. Το ταξίδι πάντως ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς. Τον Γκραντ συνοδεύει ο βοηθός του, ο Μπιλ (Alessandro Nivola), και η υποδοχή που περιμένει τους τουρίστες είναι θερμή.
Η ταινία
Τα προ Johnston «Jurassic Park» αφήνουν την εντύπωση, μεταξύ άλλων, πως έχουν μια -λανθάνουσα ή μη- σχέση με την παιδική σεξουαλικότητα, ότι λειτουργούν σαν εργαλεία εξοικείωσης των ανηλίκων με έναν κόσμο «χωρίς γονείς», γεμάτο από απαγορεύσεις, απειλές, ένστικτα. Αυτή η άποψη δεν χρειάζεται να αναπτυχθεί πιο πολύ, γιατί, ακόμη και αν τεκμηριωθεί για τα προηγούμενα, αποδυναμώνεται πλήρως στην τελευταία εκδοχή του Johnston. Το «Jurassic Park III» στην ουσία είναι αποκλειστικά ό,τι δείχνει: το τρίτο κατά σειρά «πάρκο δεινοσαύρων», χωρίς την υπογραφή όμως του Spielberg, που αποτραβήχτηκε στο ρόλο του εκτελεστή παραγωγής. Επομένως; Πρόκειται για μια κατά διαστήματα διασκεδαστική Β-monster movie, χωρίς τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Η απουσία του δασκάλου, όπως και του Michael Crichton από το σενάριο, αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της: διεκπεραιωτική σκηνοθεσία, χωρίς τη φρεσκάδα του «Jurassic Park» ή τη δεξιοτεχνία του «The Lost World: Jurassic Park«, χάρτινοι χαρακτήρες, αφελής διδακτισμός προς όφελος των ενωμένων οικογενειών, υποτυπώδης ιστορία και ένα ενοχλητικό σύμπλεγμα κατωτερότητας που εξωτερικεύεται με την πληθώρα των παραπομπών.
Από ένα σίκουελ περιμένει κανείς να υπάρχουν αναφορές, προκειμένου να συνδέεται με τα παλαιότερα, αλλά στην περίπτωσή μας βρισκόμαστε στα σύνορα του αναμασήματος. Έχουμε λοιπόν ξανά την περιπέτεια ενός ανθρώπου που, ενώ δεν θέλει να ταξιδέψει στο νησί, τελικά πείθεται με κάποιον τρόπο (εκβιασμό ή εξαπάτηση) και πηγαίνει. Εδώ επανέρχεται ο Δρ Αλαν Γκραντ, που είχε αποφύγει τη συμμετοχή του στο «The Lost World: Jurassic Park». Είμαστε μάλιστα απολύτως βέβαιοι για ό,τι θα συμβεί από τη στιγμή που τον ακούμε να λέει σε μια δημόσια ομιλία του: «Καμία δύναμη στον κόσμο δεν πρόκειται να με κάνει να πατήσω το πόδι μου σε εκείνο το νησί».
Στην ταινία, όχι όμως και στο νησί, επανέρχεται και η κολλητή του: η παλαιοβοτανολόγος Δρ Σάτλερ (Laura Dern) κάνει μια εμφάνιση πιο ουσιαστική απ’ ό,τι δείχνει εκ πρώτης όψεως και κληροδοτεί το τυχερό της σακίδιο στον καινούριο συνεργάτη του Γκραντ, τον Μπιλ. Να θυμηθούμε επίσης ότι το εύρημα του παιδιού που κινδυνεύει είχε χρησιμοποιηθεί και στην εναρκτήρια σεκάνς του «The Lost World: Jurassic Park» (με τον ίδιο σχεδόν τρόπο) και φυσικά λειτούργησε και στο αρχικό, όταν τα εγγόνια του Χάμοντ εγκλωβίστηκαν στο πάρκο. Καθώς λοιπόν αναφερόμαστε στο «Jurassic Park», δύσκολα θα αποφύγει κανείς να υποπτευθεί ότι ο ρόλος του Έρικ ουσιαστικά είναι μια επανάληψη του μικρού Τιμ, επίσης ενημερωμένου πάνω στα ζητήματα της παλαιοντολογίας.
Μέσα σε ένα τέτοιο καλλιτεχνικά αφιλόξενο περιβάλλον, οι μόνοι που ευδοκιμούν είναι οι… δεινόσαυροι. Τα τέκνα των υπολογιστών εμπλουτίζονται με νέα μέλη και ικανότητες: εμφανίζονται οι πτερανόδοντες και οι σπινόσαυροι, ενώ ανακαλύπτεται ότι οι κομψόγναθοι έχουν νοημοσύνη που πλησιάζει την ανθρώπινη, καθώς και ικανότητα ομιλίας. Πάντως να πούμε πως οκτώ χρόνια μετά τη θεαματική τους ανάσταση στον ψηφιακό κόσμο, οι σημερινοί CGI συνεχιστές δεν είναι καλύτεροι. Ειδικά από ένα σκηνοθέτη που έχει διαπρέψει στα οπτικά εφέ, περιμέναμε κάτι πρωτότυπο.
Το «Jurassic Park III», σε πείσμα των ανυπόφορων συστατικών του, διαθέτει δύο τουλάχιστον σημαντικά προτερήματα: το ένα είναι ότι είχε τη σοφία να κρατήσει λίγο: μόλις ενενήντα λεπτά, που δεν προλαβαίνει κανείς να καταλάβει πότε περνούν. Το άλλο είναι ότι προσφέρει πλουσιοπάροχα μάχες μεταξύ ανθρώπων και δεινοσαύρων, τις οποίες οι φαν θα απολαύσουν. Ως συνήθως βέβαια, στην οθόνη βρίσκουν το θάνατο όλοι οι αμειβόμενοι επαγγελματίες (δικηγόροι, οδηγοί, φρουροί, πιλότοι κ.λπ.), αλλά επιβιώνουν όσοι, εκόντες άκοντες, δουλεύουν αμισθί. Στην (κινηματογραφική) πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι χαμηλόμισθοι ηθοποιοί γίνονται βορά των δεινοσαύρων, για να γλιτώσουν εκείνοι με το μεγαλύτερο μερίδιο στον προϋπολογισμό.
Ωστόσο, επειδή ακριβώς το «Jurassic Park III» παρασύρει όχι με τη σκηνοθεσία ή την πλοκή αλλά με την ποσότητα των αιματηρών επιθέσεων, επιθυμούσαμε ένα τουλάχιστον πιο δυναμικό και οριστικό φινάλε, που να μην αφήνει ανοικτή την πόρτα στους πτερόσαυρους και στο επόμενο σίκουελ.
Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες είναι ένα ποιητικό έργο που ο Σολωμός δεν τελείωσε ποτέ - όπως δεν τελείωσε ποτέ τα περισσότερα έργα του.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας