Τον προϋπολογισμό του 2002 εξέτασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ατμόσφαιρα έντασης κυριάρχησε την Τρίτη στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, όπου εξετάστηκε σε πρώτη ανάγνωση το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2002.
Ατμόσφαιρα έντασης κυριάρχησετην Τρίτηστην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, όπου εξετάστηκε σε πρώτη ανάγνωση το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2002.
Η Επιτροπή Προϋπολογισμού εξέτασε περίπου 1.000 τροπολογίες με βάση τις προτάσεις του γενικού εισηγητή του νέου προϋπολογισμού, Πορτογάλου ευρωβουλευτή Κάρλος Κόστα Νέβες. Τελικά, η Επιτροπή πρότεινε για το 2002 έναν προϋπολογισμό ύψους 99.606 εκατ. ευρώ σε πιστώσεις υποχρεώσεων και 98.897 εκατ. ευρώ σε πιστώσεις πληρωμών (ετήσια συμμετοχή των κρατών-μελών), έναντι 99.009 εκατ. ευρώ και 95.598 εκατ. ευρώ που προτείνει αντίστοιχα το συμβούλιο.
Κατά τη συζήτηση διαπιστώθηκε διάσταση απόψεων ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) από τη μία και το Συμβούλιο Υπουργών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την άλλη. Ο Κόστα Νέβες κατηγόρησε το συμβούλιο και την επιτροπή για την άρνησή τους να προχωρήσουν σε επί της ουσίας διαπραγματεύσεις με το Ευρωκοινοβούλιο, πριν από τη σημερινή πρώτη ανάγνωση του σχεδίου του νέου γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Τα σημαντικότερα σημεία διχογνωμίας αφορούν στα κονδύλια εξωτερικών δράσεων (κατηγορία 4), στις διεθνείς συμφωνίες αλιείας και στην πρόθεση του συμβουλίου και της επιτροπής να συγκρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα την αύξηση των πιστώσεων πληρωμών.
Ο κ. Νέβες επισήμανε ότι η έλλειψη συνεργασίας θα δυσχεράνει τις διαπραγματεύσεις στα επόμενα στάδια της διαδικασίας κατάρτισης του προϋπολογισμού και προειδοποίησε ότι εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία, «το Ευρωκοινοβούλιο θα ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές του σε ό,τι αφορά τις Μη Υποχρεωτικές Δαπάνες».
Αναλυτικά, για τα κονδύλια της κατηγορίας 4 (εξωτερικές δράσεις) η επιτροπή προτείνει 4.296 εκατ. ευρώ, ενώ το Ευρωκοινοβούλιο ζητά 4.788 εκατ. ευρώ. Το ποσό που προτείνει η επιτροπή είναι μικρότερο από το αντίστοιχο του 2001 (4.371 εκατ. ευρώ).
Το Ευρωκοινοβούλιο υποστηρίζει ότι εκτός από τις «κλασικές» δαπάνες προστίθενται για το 2002 νέες ανάγκες (καταπολέμηση τρομοκρατίας, νέο νομοθετικό πλαίσιο, Europol, Eurojust), καθώς και οι ανάγκες για τη διεύρυνση. Ο γενικός εισηγητής υπενθύμισε επίσης ότι το 2001 κινητοποιήθηκε επιπροσθέτως και ο μηχανισμός «ευελιξίας», μέσω του οποίου αποδεσμεύτηκαν 200 εκατ. ευρώ για τα Βαλκάνια. Η πρόσθετη αυτή πηγή χρηματοδότησης δεν είναι διαθέσιμη για το 2002. Έτσι, για τα Βαλκάνια το θέμα του τελικού ύψους των κονδυλίων θα παραμείνει ανοιχτό έως ότου αρχίσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με το συμβούλιο.
Το ΕΚ κατηγορεί το συμβούλιο για μονομερείς ενέργειες, όπως, για παράδειγμα, στο θέμα της «ανύπαρκτης» αλιευτικής συμφωνίας με το Μαρόκο. Για τη συμφωνία αυτή, η οποία έχει τελικά ναυαγήσει, το συμβούλιο έχει παγώσει σε αποθεματικό το ποσό των 125 εκατ. ευρώ,το οποίο διεκδικεί το ΕΚ για να το χρησιμοποιήσει σε άλλους τομείς που υπάρχουν περικοπές.
Αναφορικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές, ο γενικός εισηγητής υπογράμμισε ότι ύστερα από την άρνηση του συμβουλίου να αναθεωρήσει τα ανώτατα όρια που καθορίστηκαν στο Βερολίνο (Μάρτιος 1999), το προβλεπόμενο για το 2002 ποσό των 100.839 εκατ. ευρώ δεν επιτρέπει στην ΕΕ να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών και της Ένωσης. Η πίεση που ασκείται επί των ορίων αυτών αφορά, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό, σε σχεδόν όλες τις κατηγορίες δαπανών.
Το ΕΚ επιβεβαιώνει τέλος τη «σαφή πολιτική υποστήριξή του» στη μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν και εκφράζει ανησυχίες για τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν σε ορισμένες πτυχές της μεταρρύθμισης. Έτσι, ο κ. Νέβες υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να υιοθετήσει μια προσεκτική στρατηγική, εγγράφοντας στο αποθεματικό τα κονδύλια που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση των 317 νέων υπαλλήλων που ζητά η Επιτροπή, θεσπίζοντας παράλληλα σαφή κριτήρια για την απελευθέρωση του αποθεματικού αυτού.
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.