Επιτάχυνση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ζητά η Κομισιόν – «Φιλόδοξες» οι προβλέψεις του ΥΠΕΘΟ
Την ανησυχία της για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού εκφράζει η Κομισιόν σε έκθεσή της που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη, ζητώντας από την ελληνική κυβέρνηση την επιτάχυνση της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος.
Την ανησυχία της για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών λόγω της γήρανσης του πληθυσμού εκφράζει η Κομισιόν σε έκθεσή της που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη, ζητώντας από την ελληνική κυβέρνηση την επιτάχυνση της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος.
Όπως αναφέρει η έκθεση, «οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη θα αυξηθούν και θα κυμανθούν μεταξύ 5 και 8% του ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες-μέλη τα επόμενα χρόνια, ως αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού που παρατηρείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
«Οι αυξήσεις αυτές αναμένεται να είναι υψηλότερες σε ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών».
Οι «έμμεσες» αυτές παραινέσεις για την επίσπευση και την εντατικοποίηση των προσπαθειών σχετικά με την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος στη χώρα μας περιλαμβάνονται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημοσιονομική κατάσταση στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Συγκεκριμένα, η Κομισιόν αναφέρει ότι η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος θεωρείται καθοριστικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην Ελλάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στον προϋπολογισμό από τη γήρανση του πληθυσμού και τις αδυναμίες του ισχύοντος συστήματος, όπως το χαμηλό επίπεδο των εισφορών και το σχετικό υψηλό επίπεδο των παροχών σε συντάξεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι, με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης, έχει ξεκινήσει μέσα στο 2001 διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους, με στόχο την εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Επιθυμία της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει τις προτάσεις της με βάση τα αποτελέσματα του διαλόγου, πιθανότατα πριν από τα τέλη του έτους, σημειώνει η Κομισιόν.
Προσοχή σε πληθωρισμό, επιτάχυνση διαρθρωτικών αλλαγών
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι κατά το 2000 η βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης στην Ελλάδα ήταν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη, επισημαίνει όμως ότι απαιτείται επαγρύπνηση για τους κινδύνους αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, καθώς και ότι πρέπει να υπάρξει επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία και των ιδιωτικοποιήσεων.
Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπή εκτιμά ότι σχετικά «χαλαρές» δημοσιονομικές πολιτικές μπορούν να εφαρμόσουν μόνο οι χώρες που εμφανίζουν ταυτοχρόνως περιορισμένο δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος. Οι υπόλοιπες, δηλαδή αυτές που παρουσιάζουν είτε μεγάλο δημόσιο έλλειμμα (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία) είτε υψηλό δημόσιο χρέος (Ελλάδα, Ιταλία, Βέλγιο) οφείλουν να ακολουθήσουν περιοριστικές πολιτικές.
Ναι μεν, αλλά…
Αναλυτικά για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών συνεχίστηκε με πιο ικανοποιητικούς ρυθμούς από τους αναμενόμενους, καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από το 1,8% του ΑΕΠ το 1999 σε 0,9% το 2000, ενώ ο ελληνικός προϋπολογισμός προέβλεπε αρχικά 1,2%.
Ωστόσο, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, φτάνοντας στο 103,9% του ΑΕΠ το 2000, ενώ η μείωση 0,7% σε σχέση με το 1999 χαρακτηρίζεται περιορισμένη. Το γεγονός αυτό δεν αφήνει περιθώρια για δημοσιονομική χαλάρωση.
Ακόμη, «φιλόδοξες» χαρακτηρίζονται οι προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που περιλαμβάνονται στο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας για την περίοδο 2000-04 (5,2% για το 2002, 5,5% για το 2003 και το 2004).
Ζητείται, επίσης, επαγρύπνηση για τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες έχουν εκδηλωθεί σε ένα περιβάλλον ισχυρής οικονομικής δραστηριότητας.
Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η επίτευξη, μεσοπρόθεσμα, μιας βιώσιμης αντιπληθωριστικής αναπτυξιακής πορείας θα πρέπει να βασιστεί κυρίως στην επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία. Ειδικότερα, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να εντείνει τις προσπάθειες μείωσης του ευρύτερου δημόσιου τομέα με τη μερική ιδιωτικοποίηση ενός αριθμού κρατικών επιχειρήσεων.