Από τους χαμηλότερους δείκτες απασχόλησης έχει η Ελλάδα στην ΕΕ
H Eλλάδα, με 55,9%, εμφανίζει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες απασχόλησης μεταξύ των χωρών - μελών της ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, που δόθηκαν την Πέμπτη στη δημοσιότητα.
H Eλλάδα, με 55,9%, εμφανίζει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες απασχόλησης μεταξύ των χωρών – μελών της ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, που δόθηκαν την Πέμπτη στη δημοσιότητα.
Συγκεκριμένα, το 2000, το ποσοστό των απασχολουμένων σε σχέση με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό ήταν στην Ιταλία 53,4%, στην Ισπανία 54,7% και στην Ελλάδα 55,9%. Οι υψηλότεροι δείκτες ήταν στη Δανία με 76,4%, την Ολλανδία με 72,9%, τη Μεγάλη Βρετανία με 71,2% και τη Σουηδία με 71,1%.
Συνολικά στους «15», ο δείκτης απασχόλησης ήταν 63,1% έναντι 62,1% το 1999 και 61% το 1998. Στην Ελλάδα ο δείκτης απασχόλησης ήταν 55,4% το 1999 και 55,6%, το 1998.
Με εξαίρεση τη Δανία και την Αυστρία, όπου ο δείκτης απασχόλησης παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, αύξηση σημειώθηκε το 2000 στα υπόλοιπα δεκατρία κράτη – μέλη. Οι σημαντικότερες αυξήσεις σε σχέση με το 1999 παρατηρήθηκαν στην Ισπανία με 2,4%, στο Βέλγιο και την Ολλανδία με 2%, ενώ οι μικρότερες στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τη Σουηδία (από 0,5%).
Ο στόχος που είχε θέσει το Μάρτιο του 2001 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης για ποσοστό απασχόλησης 67% μέχρι το 2005 στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη επιτευχθεί το 2000 από επτά χώρες – μέλη και συγκεκριμένα τη Δανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Βρετανία.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα
Εξάλλου, αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της Eurostat για την εικόνα του ελληνικού εργατικού δυναμικού, το οποίο εμφανίζεται να «αποφεύγει» την επαγγελματική επιμόρφωση. Ωστόσο, εργάζεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον Ευρωπαίο.
Η χώρα μας εμφανίζει ακόμη το μικρότερο ποσοστό μισθωτών στην ΕΕ, το μικρότερο ποσοστό στη μερική απασχόληση και από τα υψηλότερα ποσοστά στους άνεργους ηλίκιας 15-24 ετών, στους άνεργους μακράς διαρκείας, καθώς και στους άνεργους που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι μόλις το 1,1% των Ελλήνων εργαζομένων ηλικίας 25-64 ετών συμμετέχουν σε προγράμματα επαγγελματικής επιμόρφωσης. Στη Σουηδία η κατάρτιση αφορά στο 21,6% των εργαζομένων και στη Βρετανία στο 21%. Στο σύνολο της Ευρωπαίκής Ένωσης το αντίστοιχο ποσοστό είναι 8,4%.
Οι Έλληνες όμως εργάζονται εβδομαδιαίως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον Ευρωπαίο, με 40,9 ώρες. Λιγότερο εργάζονται οι Βέλγοι με 38,5 ώρες και οι Ιταλοί με 38,6 ώρες, ενώ ο εβδομαδιαίος μέσος όρος εργασίας στην ΕΕ είναι 40,3 ώρες.
Η Ελλάδα εμφανίζει ακόμη το μικρότερο ποσοστό μερικής απασχόλησης, με 4,6%. Τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται στην Ολλανδία με 41,2% και στη Βρετανία με 24,9%. Στην ΕΕ η μερική απασχόληση αφορά στο 18% των εργαζομένων.
Επιπλέον, στην Ελλάδα η ανεργία στους νέους 15-24 ετών φτάνει στο 29,5% και είναι η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ, μετά την Ιταλία με 31,5%. Μικρά ποσοστά ανεργίας σε αυτή την κατηγορία εμφανίζουν η Ολλανδία με 5,3% και η Αυστρία με 6,3%. Για την ΕΕ το ποσοστό είναι 16,1%. Στους Έλληνες ηλικίας 25-64 ετών η ανεργία φτάνει το 8,8%, τη στιγμή που για την ΕΕ είναι 7,3%. Συνολικά η ανεργία στην Ελλάδα ανέρχεται στο 11,1% (8,4% για την ΕΕ).
Η χώρα μας παρουσιάζει επίσης ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στους άνεργους μακράς διαρκείας με 56,7%. Ανεργοι για διάστημα μεγαλύτερο από ένα χρόνο είναι το 61,4% των Ιταλών ανέργων και το 56,9% των Ιρλανδών. Στην ΕΕ άνεργοι για πάνω από ένα χρόνο είναι το 46,4% του συνόλου των ανέργων.
Προκύπτει, επίσης, ότι το 45% των Ελλήνων ανέργων είναι νέοι άνεργοι, καθώς αναζητούν εργασία για πρώτη φορά. Το ποσοστό αυτό είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ, μετά την Ιταλία (51,7%). Στην ΕΕ μόλις το 20,4% των ανέργων είναι νέοι άνεργοι.
Τέλος, όσον αφορά στο δείκτη απασχόλησης στην Ελλάδα, φτάνει στο 26,9% για τους νέους ηλικίας 15-24 ετών (39,9% στην ΕΕ), το 70,2% για τα άτομα ηλικίας 25-54 ετών (76,4% στην ΕΕ) και το 39% για όσους είναι 55-64 ετών (37,5% στην ΕΕ). Η απασχόληση στη γεωργία είναι η υψηλότερη στην ΕΕ, με 17% (4,3% για την ΕΕ), ενώ στη βιομηχανία ανέρχεται στο 22,5% (29% για την ΕΕ) και στο 60,5% στις υπηρεσίες (66,8% για την ΕΕ).