Το 1996, και έχοντας στο μυαλό του ένα σχέδιο που είχε ήδη ωριμάσει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Ράι Κούντερ ταξίδεψε στην Κούβα και συγκέντρωσε μια σειρά από ξεχασμένους βετεράνους μουσικούς, με τους οποίους ηχογράφησε το δίσκο «Buena Vista Social Club». Μέχρι το 1998, το συγκρότημα που δανείστηκε το όνομα από μία […]
Το 1996, και έχοντας στο μυαλό του ένα σχέδιο που είχε ήδη ωριμάσει από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Ράι Κούντερ ταξίδεψε στην Κούβα και συγκέντρωσε μια σειρά από ξεχασμένους βετεράνους μουσικούς, με τους οποίους ηχογράφησε το δίσκο «Buena Vista Social Club». Μέχρι το 1998, το συγκρότημα που δανείστηκε το όνομα από μία παλιά αίθουσα χορού της Αβάνα πραγματοποίησε δύο εμφανίσεις, στο Αμστερνταμ και στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης. Αυτήν ακριβώς την πορεία κατέγραψε με την κάμερα ο Βέντερς, με αφετηρία τις πρόβες και κατάληξη την αποθέωση του μουσικού σχήματος από το νεοϋορκέζικο κοινό. Μπροστά στην κάμερα, μουσικοί με μέσο όρο ηλικίας τα… «ήντα» και με θαυμαστή απλότητα αφηγούνται τη ζωή τους (ο Ιμπραΐμ Φερέρ, για παράδειγμα, μιλάει για τα χρόνια που πέρασε ως λούστρος), ενώ εμβόλιμα πλάνα σκιαγραφούν το πορτρέτο του καθενός μέσα από στιγμιότυπα από τις πρόβες, τον ελεύθερο χρόνο και τις περιηγήσεις τους σε γειτονιές της Αβάνα. Ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν κρύβει το θαυμασμό του για τη λαϊκή κουβανέζικη μουσική. Παρ’ όλα αυτά, τα πλάνα από τις ζωντανές εμφανίσεις είναι ελάχιστα σε σχέση με τη διάρκεια της ταινίας και όποιος περιμένει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ με έμφαση στις συναυλίες, μάλλον θα απογοητευτεί. Η κόπια που είδαμε είχε εικόνα σε 4:3, με καλή ανάλυση, και ήχο τετρακάναλο, με ικανοποιητική αίσθηση περιβάλλοντος κατά την αναπαραγωγή Prologic.