Το όνομα του Tal Bachman ίσως να μη σας λέει πολλά, αρκετοί όμως θα θυμάστε τον πατέρα του, τον Randy Bachman, που είχε διαπρέψει με τους Bachman-Turner Overdrive στη δεκαετία του ’70, υπογράφοντας επιτυχίες όπως το “Takin’ Care of Business” και το “These Eyes”. Ο υιός Bachman προφανώς μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον μουσικό και μάλιστα […]
Το όνομα του Tal Bachman ίσως να μη σας λέει πολλά, αρκετοί όμως θα θυμάστε τον πατέρα του, τον Randy Bachman, που είχε διαπρέψει με τους Bachman-Turner Overdrive στη δεκαετία του ’70, υπογράφοντας επιτυχίες όπως το “Takin’ Care of Business” και το “These Eyes”. Ο υιός Bachman προφανώς μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον μουσικό και μάλιστα μεγάλης ποικιλίας, με ακούσματα που ξεκινούσαν από τους Rodgers & Hammerstein και την ιρλανδική folk, περνούσαν διαμέσου των Roy Orbison, Beatles, Who, Led Zeppelin, για να φτάσουν μέχρι τους Smiths. Οι επιρροές αυτές κάνουν συχνά-πυκνά την εμφάνισή τους στο φερώνυμο ντεμπούτο του 29χρονου Καναδού, που απαρτίζεται από δώδεκα δικά του τραγούδια, ενώ ο ίδιος υπογράφει και την παραγωγή, με τη συνδρομή του έμπειρου Bob Rock (Metallica, The Cult, Veruca Salt, Aerosmith). Στηριγμένα σε εύληπτες θεματικές αναπτύξεις, γλυκές (κάποτε, γλυκερές) μελωδίες, ερωτική στιχουργική θεματολογία και ακριβή φωνητική ερμηνεία, τα τραγούδια του Bachman δεν είναι εντελώς απονευρωμένα, όπως οι συνήθεις απόπειρες AOR (Adult Oriented Rock), αλλά ούτε και ακριβώς δραστικά, καθώς αγκιστρώνονται περισσότερο από όσο θα έπρεπε σε τετριμμένα εκφραστικά στερεότυπα. Δυστυχώς όμως δεν είναι η πρώτη φορά που ένας τεχνικά άψογος δίσκος αποδεικνύεται προβλέψιμος, επίπεδος και, σε τελική ανάλυση, αδιάφορος.