Ο Δημήτρης Ατραϊδης και ο Κώστας Νούρος τραγουδούν αμανέδες και ρεμπέτικα – Κριτική
Μία πολύ σημαντική έκδοση που φέρνει στο φως σπάνιο υλικό από τη δισκογραφία των 78 στροφών δίνοντάς μας την ευκαιρία να ακούσουμε δύο από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της Σμυρναίικης σχολής, τον Δημήτρη Ατραΐδη και τον Κώστα Νούρο. Όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Μωραΐτης, που έχει την επιμέλεια της έκδοσης, ο Δημήτρης Ατραΐδης γεννήθηκε στον Κασαμπά, […]
Μία πολύ σημαντική έκδοση που φέρνει στο φως σπάνιο υλικό από τη δισκογραφία των 78 στροφών δίνοντάς μας την ευκαιρία να ακούσουμε δύο από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της Σμυρναίικης σχολής, τον Δημήτρη Ατραΐδη και τον Κώστα Νούρο. Όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Μωραΐτης, που έχει την επιμέλεια της έκδοσης, ο Δημήτρης Ατραΐδης γεννήθηκε στον Κασαμπά, μια κωμόπολη κοντά στη Σμύρνη, το 1900. Ήταν γνωστός στην περιφέρειά του ως τραγουδιστής ήδη πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Σαντούρι έμαθε όταν ήρθε στην Ελλάδα το 1923 κι έκτοτε εργάστηκε ως μουσικός μέχρι το θάνατό του, το 1970. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 άρχισε τη δισκογραφική του καριέρα, τραγουδώντας ένα ευρύ ρεπερτόριο: αμανέδες, νεοδημοτικά, ρεμπέτικα… Ο Κώστας Μασσέλος ή Νούρος γεννήθηκε το 1892 στο Νταραγάτσι της Σμύρνης. Η ιδιαίτερη τραγουδιστική τεχνική του μας παραπέμπει στο ύφος της βυζαντινής μουσικής. Είναι γνωστό εξάλλου, ότι ο Νούρος έψελνε στην εκκλησία των Ταξιαρχών στη Σμύρνη, ενώ το πάθος του για τη βυζαντινή μουσική τον οδήγησε για μικρό χρονικό διάστημα στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος. Στην Ελλάδα ήρθε μετά το ’22 και άρχισε να τραγουδά στον Πειραιά. Πέρασε στη δισκογραφία το 1926 κι έγινε ευρύτατα γνωστός για τη δεινότητά του στην ερμηνεία των αμανέδων. Πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Κεντρικός άξονας της έκδοσης αυτής είναι το ρεπερτόριο των αμανέδων, όπως αποδόθηκε από τους δύο ανθολογούμενους τραγουδιστές. Περιέχονται 12 αμανέδες (8 από τον Ατραΐδη και 4 από τον Νούρο) που κινούνται σε 10 διαφορετικά μακάμια (μουσικοί «δρόμοι»). Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η ψαλτική – «λαρυγγική» φωνή του Νούρου, αλλά και το διάφανο ηχόχρωμα της φωνής του Ατραΐδη με την εντυπωσιακή ευλυγισία της στις ψηλές περιοχές. Παράλληλα, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τους καταπληκτικούς στίχους των αμανέδων: «Πόσοι εχθροί μου φαίνονται σαν μπιστεμένοι φίλοι μα έχουν φαρμακερή καρδιά και ζαχαρένια χείλη…» Στην έκδοση περιλαμβάνονται εφτά ακόμη τραγούδια, «σμυρναίικα και ρεμπέτικα», που μας ξεδιπλώνουν ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ύφους και του ήθους της Σμυρναίικης σχολής. Ένα από αυτά, εξαιρετικής μουσικότητας, είναι ο «Ίσα ρε σοφεράκι» του Παναγιώτη Τούντα, τραγουδισμένο από τον Κώστα Νούρο. Στο προσεγμένο ένθετο φυλλάδιο της έκδοσης, εκτός από τα κείμενα των τραγουδιών και τα στοιχεία των δίσκων, από τους οποίους προέρχονται, βρίσκουμε σύντομα βιογραφικά σημειώματα για τους τραγουδιστές κι ένα σχόλιο του Μάρκου Δραγούμη για τον αμανέ. Από αυτό πληροφορούμαστε για τη διάδοση του είδους σ’ όλη την Ελλάδα. Κάτι που όμως δε φαίνεται να συμμερίστηκαν οι λόγιοι του μεσοπολέμου, οι οποίοι, «μ’ όλο το σέβας τους στη γηραιά Ανατολή, δεν καταλάβαιναν τον αμανέ και τον χαρακτήριζαν φίδι ήχου, υποπροϊόν ενός κατώτερου πολιτισμού». Θεωρούσαν μάλιστα ότι «λαός που αναθέτει στη χοχλαστή τούτη μελωδία τη διήγηση των παθών του είναι, όπως λέμε στην Ευρώπη, εκτός πολιτισμού»!… Διαβάζοντας λοιπόν τις γραμμές αυτές, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι αυτό το τόσο πλούσιο σε εκφραστικά μέσα ρεπερτόριο, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές πριν τον πόλεμο, οδηγήθηκε μεταπολεμικά σε αφάνεια. Γι’ άλλη μια φορά φαίνεται ότι λειτούργησαν οι ενοχές των Νεοελλήνων ως προς το ανατολίτικο σκέλος τους, που βρήκαν έκφραση στο δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν»… Στην έκδοση αυτή πάντως, τα τραγούδια έρχονται ν’ αντιπαραθέσουν τη δική τους αλήθεια. Αφουγκραστείτε την!
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.