Πάσχα: Από τη Σαρακοστή στη Λαμπρή – Έθιμα και συμβολισμοί της ελληνικής παράδοσης
Για την Ορθοδοξία το Πάσχα αρχίζει με τη Σαρακοστή, μακρά περίοδο σωματικής και πνευματικής προετοιμασίας, για το καινούργιο που συμβαίνει κάθε χρόνο. εξηγεί η δρ Αικατερίνη Πολυμέρου - Καμηλάκη
Ένα μωσαϊκό εθίμων αναβιώνει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας τις ημέρες του Πάσχα δίνοντας ένα ιδιαίτερο χρώμα στη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης. Το «κάψιμο του Ιούδα», ο ρουκετοπόλεμος, οι αυγομαχίες, η τελετή του Νιπτήρα αλλά και οι «μπότηδες» είναι ορισμένες μόνο από τις παραδόσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε πόλεις και χωριά.
Έθιμα προχριστιανικά με χαρακτήρα λατρευτικό έχουν ενταχθεί στη χριστιανική λατρεία
Τα κόκκινα αυγά, η περιφορά του Επιταφίου, το φως της Ανάστασης που ταξιδεύει από χέρι σε χέρι, και οι υπόλοιπες τελετουργίες του Πάσχα αποτελούν εικόνες βαθιά χαραγμένες στη συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού αποτυπώνοντας την ταυτότητά του.
Η δρ Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη, oμότιμη ερευνήτρια και πρώην διευθύντρια του ΚΕΕΛ (Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών) ξεδιπλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων αυτό το πολυδιάστατο μωσαϊκό και περιγράφει τη σημασία των εθίμων στη διατήρηση της ταυτότητας κάθε τόπου στη χώρα.
Όπως εξηγεί μεταξύ άλλων, για την Ορθοδοξία η περίοδος του Πάσχα αρχίζει με τη Σαρακοστή, μακρά περίοδο σωματικής και ψυχικής – πνευματικής προετοιμασίας, για το καινούργιο που συμβαίνει κάθε χρόνο. «Πάσχα το καινόν», και «πανήγυρις πανηγύρεων», σύμφωνα με τους πασχαλινούς ύμνους, αποτελεί για τον ελληνικό λαό λαμπρή ημέρα, καθώς και η φύση «βρίσκεται στην πιο καλή της ώρα».
Ο συμβολισμός της αναγέννησης
Κατά το διάστημα της προετοιμασίας έθιμα προχριστιανικά με χαρακτήρα λατρευτικό, εξαγνιστικό και αποτρεπτικό του κακού, που απειλεί τη βλάστηση και την παραγωγή, έχουν ενταχθεί στη χριστιανική λατρεία.
Λαϊκά δρώμενα αναπαράστασης θανάτου – ανάστασης στον ελληνικό χώρο, όπως ο Ζαφείρης στην Ήπειρο, οι κήποι του Άδωνη, οι τελετουργικοί χοροί του Πάσχα και του αγίου Γεωργίου, οι κούνιες, οι επισκέψεις με όργανα στους τάφους, η συμβολική χρήση των αυγών – και μάλιστα κόκκινων – αποτελούν εκδηλώσεις της προαιώνιας προσπάθειας του ανθρώπου να συμβάλει θετικά στη διαδικασία ανανέωσης της φύσης και στην εξασφάλιση της καλής σοδειάς.
Το Πάσχα στην κορύφωση της άνοιξης, συμβολίζει την αναγέννηση της ζωής, όπως αυτή εκφράζεται σε παραδοσιακά τραγούδια, που περιγράφουν την αναπότρεπτη ροή του χρόνου.
Η Μεγάλη Εβδομάδα
Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί περίοδο πνευματικής, σωματικής αλλά και υλικής προετοιμασίας για το Πάσχα. Οι περισσότεροι παρακολουθούν τις ακολουθίες της εκκλησίας, νηστεύουν και προετοιμάζουν το σπίτι και το τραπέζι του Πάσχα.
Την Μεγάλη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη βάφουν το πρωί τα αυγά, βάζουν το πρώτο – παλιότερα πρόσεχαν να είναι μαύρης κότας – στο εικονοστάσι και πετούν το παλιό στο ποτάμι ή παλιότερα το κρατούσαν επτά χρόνια για να γίνει ο κρόκος του σαν κεχριμπάρι, φυλαχτό για τις εγκύους (κρατητήρα).
Με το πρώτο αυγό σταύρωναν τα παιδιά, όταν ήταν άρρωστα. Και ο αριθμός πρόσεχαν να είναι ορισμένος, το δοχείο να είναι καινούργιο και το νερό με τη μπογιά να μη χυθεί ή βγει από το σπίτι. Ιδιαίτερη δύναμη πίστευαν ότι είχαν τα «ευαγγελισμένα» αυγά, αυτά δηλαδή που παρέμεναν στην εκκλησία μέχρι την Ανάσταση. Τα τσόφλια από τα ευαγγελισμένα αυγά τα έβαζαν στον κήπο, στις ρίζες των δένδρων για να «πιάσουν όλοι οι καρποί».
Το πρώτο αυγό το έθαβαν στην πρώτη αυλακιά, όταν άρχιζαν να σπέρνουν για να είναι καθαρό το σιτάρι αλλά και για να βλαστήσει ο σπόρος. Τα αυγά τα έβαφαν με μπακάμι, με ριζάρι, φύλλα από κρεμμύδια κλπ. Σήμερα, βάφονται με μπογιές του εμπορίου και ξίδι.
Τα κεντούσαν ή τα ζωγράφιζαν με φύλλα, κρεμμυδόφυλλα, ζυμάρι, λειωμένο κερί κλπ. Σύμφωνα με μια παράδοση «όταν αναστήθηκεν ο Χριστός, τό ’παν σε μιά χωρική κι αυτή δεν πίστεψε και είπεν: Όταν τ’ αυγά γίνουν κόκκινα, τότε θ’ αναστηθή και ο Χριστός. Και αυτά κοκκίνησαν. Και από τότε τα βάφουν κόκκινα». Άλλη παράδοση αναφέρει ότι βάφονται κόκκινα για το αίμα του Χριστού ή για τη χαρά της Αναστάσεως και την αποτροπή του κακού. Για τον ίδιο λόγο, αναρτούν στα παράθυρα και τα μπαλκόνια κόκκινα υφάσματα.
Μόνο όσοι πενθούν από πρόσφατο θάνατο οικείου προσώπου δεν βάφουν αυγά για το Πάσχα. Αλλά και σ’ αυτούς θα φέρουν οι συγγενείς και οι φίλοι. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης πηγαίνουν στην εκκλησία για τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Οι γυναίκες μένουν το βράδυ και ξενυχτούν τον εσταυρωμένο. Όλο το βράδυ στολίζουν τον Επιτάφιο με λουλούδια της εποχής και λένε το γνωστό μοιρολόγι της Παναγίας, το οποίο αλλού τραγουδούν αγερμικά (ως κάλαντα) τα παιδιά στα σπίτια για φιλοδώρημα. Στο Πήλιο γυρνούν τα αγόρια στα σπίτια και λένε το μοιρολόγι της Παναγίας.
«Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη ’μέρα, Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται». Στη Ρόδο και αλλού στα δώδεκα Ευαγγέλια ανάβονται φωτιές.
Ο Επιτάφιος
Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν μαγειρεύουν ούτε σκουπίζουν. Τρώνε πρόχειρα και πηγαίνουν το βράδυ στον Επιτάφιο. Τα κεριά που καίνε πάνω από τον επιτάφιο τα μοιράζονται κυρίως, όσοι έχουν στην οικογένεια ναυτικό για φυλαχτό.
Στην Κρήτη, τη Λέσβο και αλλού την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου ανάβονται φωτιές, στις οποίες καίγονται ομοιώματα του Ιούδα. Στη Λέσβο, «συνεριζότανε παλιά τα χωριά, ποιο θα ανάψει την πιό μεγάλη φωτιά. Για τις φωτιές εκλέβανε ξύλα από τις αυλές. Καίνε του προδότη τα γένεια. Αυτές τις φωτιές δεν τις πηδούν. Ρίχνουν λιβάνι και μοσχοβολάει το χωριό».
Στην Αν. Μακεδονία κατά την περιφορά του Επιταφίου οι γυναίκες τοποθετούσαν στο κατώφλι την εικόνα του Εσταυρωμένου με λουλούδια, κεριά και θυμίαμα. Δίπλα τοποθετούσαν ένα πιάτο στο οποίο είχαν φυτέψει φακή ή κριθάρι πριν μερικές ημέρες και είχαν δημιουργήσει χλόη. Το έθιμο θυμίζει τους αρχαίους «κήπους του Αδώνιδος». Ο Άδωνις, σύμβολο της άνοιξης, που γρήγορα μαραίνεται, γιορταζόταν με την έκθεση πάνω σε νεκρικό κρεβάτι ομοιώματος στολισμένου με άνθη και πρασινάδες.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί στολίζουν τον ναό με κλαδιά δάφνης και γεμίζουν ένα πανέρι με δαφνόφυλλα. Ο ιερέας λέγοντας το «Ανάστα ο Θεός» σκορπά τα δαφνόφυλλα, ενώ οι πιστοί χτυπούν τα πόδια τους στο στασίδι, χτυπούν τις καμπάνες, πυροβολούν και γενικά θορυβούν, για να διώξουν τον θάνατο. Το βράδυ στην Ανάσταση με το «Χριστός Ανέστη», χτυπούν οι καμπάνες, τσουγκρίζονται τα αυγά, ρίχνονται βαρελότα και γενικά δημιουργείται θόρυβος για να φύγει, όπως λένε, ο θάνατος.
Στην Κορώνη σπάζουν ένα τσουκάλι και βαρούν τις καμπάνες. Στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα «ρίχνουν από τα παράθυρα ό,τι άχρηστο αγγείο ευρεθεί «προς χαράν του Χριστού και πομπήν των Εβραίωνε». Στην Κέρκυρα επίσης, οι γυναίκες γεμίζουν ένα κάδο νερό και τον στολίζουν με πρασινάδες και λουλούδια.
Όποιος περάσει από εκεί πρέπει να ρίξει στο δοχείο ένα νόμισμα. Και μόλις σημάνουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, παίρνουν νερό και πλένουν το πρόσωπο και τα χέρια τους… Συγχρόνως οι γυναίκες δαγκώνουν, όποιο σιδερένιο αντικείμενο βρουν πρόχειρο (ένα κλειδί) λέγοντας «σιδερένιο το κεφάλι μου!». To M. Σάββατο ζυμώνουν τις πασχαλινές κουλούρες, όσοι δεν πρόλαβαν την Μ. Πέμπτη, και σφάζουν το αρνί (λαμπριάτης, πασχάτης), στέλνουν τα πασχαλινά δώρα στους νονούς και τις αρραβωνιαστικές και επισκέπτονται τα νεκροταφεία.
Κυριακή του Πάσχα
Το Πάσχα (ή αλλιώς Πασκαλιά, Λαμπρή, Λαμπροφόρα, Καλολόγος) στολίζεται η εκκλησία με κορδέλες και δεντρολίβανο. Οι πιστοί παλιότερα έσβηναν τη φωτιά στα σπίτια τους και με το χτύπημα της καμπάνας ή τη φωνή του καντηλανάφτη πήγαιναν στην εκκλησία. Έπαιρναν μαζί τους και αυγά κόκκινα για να διαβαστούν. Με αυτά έκαναν το «Χριστός Ανέστη». Ήταν τα αυγά του Καλού Λόγου.
Μετά την Ανάσταση, το νυχτερινό γεύμα είναι ελαφρύ για να μη «βαρυστομαχιάσουν» μετά από την νηστεία. O πασχαλινός αμνός στη σούβλα, ή γεμιστός με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες στο φούρνο, είναι απαραίτητος σε κάθε σπίτι.
Κατά τη Δεύτερη Ανάσταση (Αγάπη, Διπλανάσταση, Αποκερασά), η οποία γίνεται το απομεσήμερο της Κυριακής, παλαιότερα γινόταν ευλόγηση του νωπού τυριού, της γιαούρτης κ.λπ. και διανομή στους εκλησιαζομένους.
Ακολουθούσαν οι τελετουργικοί χοροί στους οποίους πρωτοχορεύει ο ιερέας και ακολουθούν κατά φύλο και ηλικία οι υπόλοιποι. Στην Ήπειρο επισκέπτονταν το νεκροταφείο και χόρευαν γύρω από τους τάφους στους οποίους άφηναν κόκκινα αυγά. Στην περιοχή της Θράκης κατασκεύαζαν κούνια και κουνιώνταν όλοι για να φύγουν οι αρρώστιες και ζυγίζονταν για να διαπιστώσουν αν «φύραναν» κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
Κεριά, λαμπάδες, φως της Ανάστασης
Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης εβδομάδας ανάβονται φωτιές, εξαγνιστικές και καθαρτήριες, δωρίζονται κεριά-λαμπάδες από τους αναδόχους στα βαφτιστήρια τους ή από τους αρραβωνιασμένους νέους στη μνηστή τους. Από τη Μ. Πέμπτη έως το Πάσχα ανάβονται φωτιές με ξύλα, τα οποία αφαιρούν τα παιδιά από τις αυλές. Σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου και όσο διαβάζονται στην εκκλησία τα Δώδεκα Ευαγγέλια ανάβονται με χοντρούς κορμούς πεύκων φωτιές, οι καλαφουνοί ή λαμπρατζία (Κύπρος).
Τα παιδιά, που πρωταγωνιστούν στο άναμμά τους, πηδούν πάνω από τη φλόγα και καίνε τον μάρτη τους, την κόκκινη κλωστή που έδεναν στο χέρι την πρώτη του Μάρτη για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος. Αλλού την ίδια μέρα μαζεύουν από τα σπίτια ξύλα για να ανάψουν την επομένη φωτιά για να κάψουν τον Ιούδα.
Τα κεριά του Επιταφίου, κίτρινου χρώματος, καθώς και αυτά που καίνε στον σταυρό την Μ. Πέμπτη και Μ. Παρασκευή, τα μοιράζονταν μεταξύ τους οι οικογένειες, πληρώνοντας ένα ποσό στην εκκλησία και τα κρατούσαν στο εικονοστάσι. Όταν έβρεχε ή άστραφτε ή έριχνε χαλάζι άναβαν το κερί και πίστευαν ότι σταματούσε. Κυρίως όμως το κερί το έπαιρναν μαζί τους οι ναυτικοί στο ταξίδι για να απομακρύνουν τις θύελλες.
Οι λαμπάδες της Ανάστασης ήταν λευκού χρώματος στολισμένες με λουλούδια και κορδέλες. Σήμερα, οι λαμπάδες αποτελούν ένα εμπορικό είδος, πάνω στο οποίο προσαρτούν ποικίλα αντικείμενα. Ωστόσο ο κύριος συμβολισμός του δώρου, μεταξύ ατόμων όπως αυτή του αναδόχου προς τον αναδεκτό, ως πηγής φωτός εξακολουθεί να ισχύει.
Όταν ο ιερέας λέει το «δεύτε λάβετε φως» όλοι σπεύδουν να λάβουν πρώτοι το φως και να το μεταδώσουν στους άλλους. Το θεωρούν καλό για τη χρονιά εκείνη. Το φως κρατούν αναμμένο μέχρι να φθάσουν στο σπίτι και με τη φλόγα σταυρώνουν το ανώφλι της πόρτας για την προστασία του σπιτιού. Με το ίδιο φως ανάβουν το καντήλι του εικονοστασίου, το οποίο συντηρούν αναμμένο τρεις μέρες.
Το φως αυτό θεωρείται θαυματουργό, επειδή προέρχεται από τον Άγιο Τάφο, αφού μοιράζεται στους ναούς από το Σάββατο. Με αυτό οι ιερείς ανάβουν το ακοίμητο καντήλι στην Αγία Τράπεζα. Το καντήλι αυτό είναι το μόνο που μένει αναμμένο πριν από την Ανάσταση.
Του Αγίου Γεωργίου
Άμεσα συνδεδεμένη με το Πάσχα και την άνοιξη είναι η γιορτή του αγίου Γεωργίου, η οποία συνήθως συμπίπτει με τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα καθώς και οι κινητές θρησκευτικές γιορτές που εξαρτώνται από το Πάσχα, όπως η εβδομάδα της Διακαινησίμου, το Ασπροβδόμαδο ή τα Λαμπροήμερα, όπως λέγεται, η Ανάληψη και η Πεντηκοστή.
Ανοιξιάτικο σύνορο του χρόνου ο Άη Γιώργης θεωρήθηκε προστάτης των αγροτικών πληθυσμών, αφού διαφεντεύει στα βουνά τις εγκαταστάσεις των τσοπάνηδων, κυρίως των Σαρακατσάνων που τον θεωρούν τον κατ’ εξοχήν άγιό τους, αλλά και των γεωργών αφού προστατεύει τα σπαρτά και τα βοηθάει να μεγαλώσουν. Σε πολλά σημεία του ελληνικού χώρου την ημέρα τ’ άη Γιωργιού γίνεται πανηγύρι με αθλητικούς αγώνες, δρόμου, πάλης, ιπποδρομίες και χορούς. Στην Αράχωβα και το Νέο Σούλι Σερρών γίνεται συμβολική αναπαράσταση δρακοντοκτονίας μετά τον εσπερινό και τη λιτάνευση της εικόνας του αγίου στο χωριό.
Το Ασπροβδόμαδο συνεχίζεται ο εορτασμός του Πάσχα με χορούς σε εξωκκλήσια, στους χώρους των νεκροταφείων, με λιτανευτικές περιφορές εικόνων στα όρια των οικισμών. Στη Θεσσαλία επί τρεις μέρες μετά το Πάσχα οι γυναίκες κατά σειράν ηλικίας χορεύουν στα μεσοχώρια τραγουδώντας πασχαλινά τραγούδια.
Στα Μέγαρα, την Τρίτη της Διακαινησίμου χορεύουν τον χορό της Τράτας, ενώ στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου χορεύεται ο αρχέγονος χορός του κυρ – Βοριά, χορός λατρευτικός για τον εξευμενισμό του Βοριά που στην περιοχή πνέει πράγματι με μανία.
Ανάλογο ανοιξιάτικο έθιμο υπάρχει στη Σίφνο κατά τη διάρκεια της Αποκριάς. Την Παρασκευή, της Ζωοδόχου Πηγής συνηθίζεται πανηγύρι στην εξοχή, όπου συχνά υπάρχει και αγίασμα θαυματουργό. Η παρουσία αγιασμάτων, γνωστή από την αρχαιότητα με άλλη μορφή, έχει σχέση με τη σημασία του νερού ως εξαγνιστικού και θεραπευτικού στοιχείου.