Βαριά η ψυχή, αμήχανο το πνεύμα, ακίνητο το χέρι. Τα μάτια αποστρέφονται το λευκό χαρτί που περιμένει.
Είναι όμως και οι άνθρωποι που περιμένουν. Τι περιμένουν να μάθουν, αφού τον ξέρουν τον Μανόλη Ανδρόνικο. Τον έχουν καλά γνωρίσει. Γι’ αυτούς είναι ο αρχαιολόγος που ανέσκαψε τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας, που έφερε στο φως τα λαμπρά κτερίσματά τους, που έπιασε με ευλαβικά χέρια τα οστά του Φιλίππου. Όταν ήταν να μιλήσει, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, σε άλλες πόλεις, οι αίθουσες πλημμύριζαν, το ακροατήριο έφθανε ως το δρόμο. Η τηλεόραση τον έκανε γνωστό στα πέρατα της χώρας. Οι αναγνώστες του «Βήματος» απολάμβαναν τα άρθρα του για ποικίλα θέματα. Και όμως περιμένουν και αυτοί, ίσως για να μάθουν κάτι άλλο για τον Μανόλη Ανδρόνικο, ίσως μόνον για να νιώσουν την ανακούφιση που δίνει το βίωμα της συμμετοχής, μαζί με άλλους, σε ένα κοινό συναίσθημα.
Δεν είναι για περιστασιακούς λόγους που θα βεβαιώσω τους μη ειδικούς ότι δεν έκαμαν λάθος δίνοντας την εμπιστοσύνη τους και την εκτίμησή τους στον Μανόλη Ανδρόνικο, είτε ως αρχαιολόγο είτε ως πνευματικό άνθρωπο. Δεν επιδίωξε να τους θαμπώσει με τεχνάσματα. Όσα είπε ή έγραψε με απλούστερες διατυπώσεις, ήσαν ταυτόσημα με όσα είπε ή έγραψε απευθυνόμενος στους συναδέλφους του.
Ο Μανόλης Ανδρόνικος έπεισε γρήγορα τους ειδικούς ότι ανακάλυψε τα οστά του Φιλίππου. Οι αμφιβολίες που συνάντησε οφείλονταν στο γεγονός ότι οι τοιχογραφίες και μερικά κτερίσματα των τάφων της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα εμφανίζουν τεχνοτροπικά γνωρίσματα που ξέραμε από έργα μεταγενέστερα. Αλλά τα θραύσματα ορισμένων αγγείων που πρόσεξε αμέσως ο Μανόλης Ανδρόνικος δίνουν πολύ ακριβή χρονικά περιθώρια γύρω από τη χρονολογία της δολοφονίας του Φιλίππου, οι οστικές μελέτες έδειξαν τα τραύματα και την ηλικία που είχε ο Φίλιππος, και μία ιατροδικαστική αποκατάσταση του προσώπου του νεκρού έδωσε μια μορφή συγκλονιστικά όμοια με γνωστές απεικονίσεις του Φιλίππου. Ο Μανόλης Ανδρόνικος ευτύχησε να εύρει τα μοναδικά αρχαία οστά που μπορούν να αποδοθούν σε επώνυμο πρόσωπο. Και αυτό το πρόσωπο είναι ο μεγάλος Φίλιππος. Με την ίδια ανασκαφή, ο Μανόλης Ανδρόνικος μάς χάρισε επίσης νέα έργα μεγάλης τέχνης, ιδίως ζωγραφικής, και προκάλεσε αναθεωρήσεις ιδεών στην Ιστορία της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής τέχνης.
Τριάντα δύο χρόνια πίσω. Αναλαμβάνω καθηγητής στην ονομαστή Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Μανόλης Ανδρόνικος υφηγητής. Τον είχα γνωρίσει νωρίτερα στην Αθήνα, σε μία βιβλιοθήκη. Χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί, πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον με τη διαίσθηση ότι δεν κάναμε λάθος για την ταυτότητα του προσώπου που είχαμε απέναντί μας. Η αμεσότητα της επαφής που είχα μαζί του μού έκανε βαθιά αίσθηση. Συνδεθήκαμε με στενή φιλία. Ανακαλύψαμε πολλά κοινά σημεία. Μας ένωσαν ο ενθουσιασμός για το κοινό έργο, η αφοσίωση στο πανεπιστήμιο, η αγάπη για τους φοιτητές μας. Ο Μανόλης Ανδρόνικος, που έγινε γρήγορα καθηγητής, υπήρξε καίριο στέλεχος της Σχολής, γιατί είχε σωστή κρίση και σταθερότητα χαρακτήρα. Ήταν όμως και άνθρωπος με πάθος, με ενθουσιασμό, με παρορμήσεις, με κινητικότητα. Ήταν πολύ κοντά στους φοιτητές, με αυστηρότητα που δεν απομάκρυνε, με τρυφερότητα που θέρμαινε. Στις πανεπιστημιακές εκδρομές πρωτοστατούσε στο τραγούδι και στα πειράγματα.
Ο Μανόλης Ανδρόνικος είχε σπουδάσει αρχαιολογία με τον Κωνσταντίνο Ρωμαίο, στη Θεσσαλονίκη, με τον sir John Beazley, στην Οξφόρδη. Δεν ήταν όμως μόνον αρχαιολόγος. Ήταν ιστορικός της Τέχνης (και έδειξε ικανότητες τεχνοκριτικού της μοντέρνας τέχνης).
Ήταν εντριβής (σ.σ. ειδήμων, καλός γνώστης) στους αρχαίους συγγραφείς και στη νέα ελληνική πεζογραφία, ποίηση και δοκιμιογραφία. Απήγγελλε ποιήματα με εσωτερικότητα και ειλικρίνεια. Παρακολουθούσε και ενημερωνόταν στα διεθνή πνευματικά και καλλιτεχνικά ρεύματα. Η έμφυτη καλαισθησία του καλλιεργήθηκε από την αναστροφή (σ.σ. απασχόληση) του με αριστουργήματα της τέχνης και του λόγου. Εξ ου η κομψότητα της εμφάνισής του και του γραπτού λόγου του.
Ο Μανόλης Ανδρόνικος πάλεψε σαν τον Διγενή στο μαρμαρένιο αλώνι. Άρρωστος, εξακολουθούσε να δημοσιεύει άρθρα με φρεσκάδα και η φωνή του ακουγόταν καμπανιστή και αισιόδοξη.
*Κείμενο του Μιχαήλ Σακελλαρίου (1912-2014), που έφερε τον τίτλο «Πάλεψε σαν Διγενής» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τρίτη 31 Μαρτίου 1992, την επομένη του θανάτου του Μανόλη Ανδρόνικου.
Ο Μιχαήλ Σακελλαρίου
O Σακελλαρίου, διακεκριμένος ιστορικός, πανεπιστημιακός και συγγραφέας, ήταν τότε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, ο δε Ανδρόνικος διετέλεσε αντεπιστέλλον μέλος του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος της χώρας.
Ο Μανόλης Ανδρόνικος, διαπρεπής αρχαιολόγος, πανεπιστημιακός και διανοούμενος, γεννήθηκε στην Προύσα της Μικρασίας στις 23 Οκτωβρίου 1919 και απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 30 Μαρτίου 1992.
Σε πολύ μικρή ηλικία, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Ανδρόνικος εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του (ο πατέρας του καταγόταν από τη Σάμο και η μητέρα του από την Ίμβρο) στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1936-1940), μαθητεύοντας κοντά στον καθηγητή Αρχαιολογίας Κωνσταντίνο Ρωμαίο, μορφή καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του Ανδρόνικου.
Αναγορεύτηκε διδάκτορας της ίδιας σχολής το 1952, ενώ συμπλήρωσε τις σπουδές του περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50 μετεκπαιδευθείς στην Οξφόρδη, στο πλευρό του διάσημου βρετανού καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας και Τέχνης σερ John Beazley.
Το 1949 ο Ανδρόνικος διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων, αφού νωρίτερα είχε υπηρετήσει ως φιλόλογος στο Διδυμότειχο και στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Σχινά, στη Θεσσαλονίκη. Παρέμεινε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία έως το 1957, όταν εξελέγη υφηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε ως καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο πάνω από μία εικοσαετία.
Ο Ανδρόνικος πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες σε περιοχές της Μακεδονίας, αλλά το κύριο ανασκαφικό έργο του επικεντρώθηκε στη Βεργίνα της Ημαθίας, όπου έφερε στο φως τους περίφημους βασιλικούς τάφους (μεταξύ αυτών, τον ασύλητο τάφο του Φιλίππου Β’, βασιλιά των Μακεδόνων και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Τα λαμπρά ευρήματα της Βεργίνας αφενός μεν εδραίωσαν την πεποίθηση ότι εκεί βρίσκονταν οι Αιγές, η πρώτη πόλη των Μακεδόνων και πρωτεύουσα του βασιλείου τους προ της Πέλλας, αφετέρου δε πρόσφεραν αδιάσειστα τεκμήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Οι Αιγές είχαν μείνει επί αιώνες στην αφάνεια, μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η σκαπάνη του Ανδρόνικου συνάντησε την ιστορία στη Μεγάλη Τούμπα των Αιγών, το Νοέμβριο του 1977.
Άνθρωπος ευγενής, με υψηλό ήθος, σπάνια καλλιέργεια και έμφυτη καλαισθησία, ο Ανδρόνικος υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας μέγας δάσκαλος, εντός και εκτός των πανεπιστημιακών αιθουσών. Παράλληλα, ήταν μια προσωπικότητα πολυδιάστατη: ακάματος εργάτης του πνεύματος με ευρύτατο συγγραφικό έργο (μεταξύ πολλών άλλων, επιφυλλιδογράφος της εφημερίδας «Το Βήμα»), άριστος γνώστης της αρχαιότητας, της φιλολογίας και της ιστορίας, ιστορικός της τέχνης, κοινωνός των διεθνών πνευματικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων.
Κατά την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ο Μανόλης Ανδρόνικος ήταν αυτός που «με το μεγαλόπνοο έργο του έδωσε νέες πλατιές διαστάσεις στο αρχαίο ελληνικό κατόρθωμα και θεμελίωσε αναμφισβήτητα την οργανική συνέχεια του πανελλήνιου μέσα στην ακεραιότητα του ελληνικού χώρου. […] Ο Ανδρόνικος μπορούσε να υποτάξει το όνειρό του στην πραγματικότητα, την ιστορική, την εθνική και την επιστημονική. Σίγουρα, η Ιστορία θα κρατήσει το όνομά του συνδεδεμένο με τις Αιγές, όπως κράτησε τη μνήμη του Σλήμαν συνδεδεμένη με την Τροία και τις Μυκήνες».