Λαβωμένη βγαίνει από τη σύγκρουση με τους αγρότες η κυβέρνηση, η οποία μπορεί να αισθάνεται αυτή τη στιγμή ανακούφιση για τη διαφαινόμενη εκτόνωση των αγροτικών κινητοποιήσεων, όμως η διάρρηξη των σχέσεών της με τον αγροτικό κόσμο (μία κοινωνική ομάδα που την στήριξε σε μεγάλο βαθμό στις τελευταίες εκλογές) έχει ήδη συντελεστεί, και το ρήγμα αυτό -με ή χωρίς τρακτέρ στους δρόμους- παραμένει βέβαια ενεργό, μετά και το πρωθυπουργικό ραντεβού με τους αγρότες, το οποίο έγινε, αλλά χωρίς εξαρχής να έχει οποιοδήποτε πραγματικό διακύβευμα.

Όλη η έγνοια της κυβέρνησης, ήταν το ραντεβού αυτό να γίνει, για να μπορεί η ίδια να δηλώνει ότι είδε τους αγρότες και ότι είναι ανοιχτή στο διάλογο. Σε έναν διάλογο όμως, τον οποίο το μέγαρο Μαξίμου είχε, ήδη από πριν το ραντεβού, φροντίσει να ναρκοθετήσει:

α) Με τετελεσμένα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος με δηλώσεις ότι «το πλαίσιο των παρεμβάσεων που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση έχει πρακτικά ήδη ανακοινωθεί», διαμήνυε σε όλους τους τόνους ότι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα παραπάνω σε δημοσιονομικό επίπεδο από τη συνάντηση, στην οποία τους άφησε ανοιχτές μόνο ορισμένες δευτερεύουσες τεχνικές βελτιώσεις στα ήδη εξαγγελθέντα μέτρα, που ακόμα και αυτές, στην κυβέρνηση θεωρείται αμφίβολο ότι θα προχωρήσουν.

β) Με εκτός ορίων επιθέσεις σε βάρος των αγροτών, λίγο πριν το ραντεβού με τον πρωθυπουργό, κατά τις οποίες το Μαξίμου επιχειρούσε να τους πλήξει επικοινωνιακά, προσπαθώντας να βαφτίσει τις λαϊκές κινητοποιήσεις (τα μπλόκα δηλαδή των αγροτών που δεν έχουν στη διάθεσή τους το μέσο της απεργίας όπως οι μισθωτοί) «φασιστικές ενέργειες», διαστρεβλώνοντας έτσι και την ίδια την έννοια του όρου του φασισμού.

Απουσία διαλόγου

Με άλλα λόγια από το μενού του διαλόγου απουσίαζε ο… ίδιος ο διάλογος με στόχο τη σύγκλιση και τη γεφύρωση του ρήγματος μεταξύ των δύο πλευρών, και η βασική στόχευση του Μαξίμου από τη συνάντηση, ήταν η κυβέρνηση να στείλει ένα μήνυμα πυγμής, όχι μόνο στους αγρότες, αλλά και σε όποια άλλη κοινωνική ομάδα προχωρά σε ανάλογες διεκδικήσεις. Και ταυτόχρονα να απευθυνθεί σε ένα ακροατήριο που έλκεται από το δόγμα του «νόμου και της τάξης», επενδύοντας, την ίδια ώρα, στην κόπωση των αγροτών από τις 50 ημέρες κινητοποιήσεων και στην κακοκαιρία, για τη λήξη των μπλόκων.

Σε αυτό το πλαίσιο, αμέσως μετά τη συνάντηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών, δήλωνε ότι «εμείς από την πρώτη στιγμή ήμασταν απολύτως σαφείς ότι οποιεσδήποτε λύσεις στα δομικά προβλήματα του πρωτογενούς τομέα πρέπει πρώτα και πάνω απ’ όλα να σέβονται τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, να είναι κοινωνικά δίκαιες, αλλά πρωτίστως να εντάσσονται στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο».

Το «καρφί» κατά Καραμανλή

Ταυτόχρονα ο πρωθυπουργός φρόντιζε να δώσει και εσωκομματική διάσταση στο θέμα, αφού επέλεγε να προσθέσει τα εξής: «Νομίζω ότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν περισσεύουν χρήματα ούτε στον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και ότι δεν πρόκειται να επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος, όπου πάνω στην ανάγκη να εκτονώσουμε μια κρίση, έπαιρναν κυβερνήσεις αποφάσεις οι οποίες τελικά δεν ήταν συμβατές με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και έτσι αναγκαζόμασταν εκ των υστέρων να επιστρέφουμε τα χρήματα και με τόκο».

Πρόκειται ασφαλώς για τα ίδια ακριβώς λόγια που ο Κυρ. Μητσοτάκης είχε χρησιμοποιήσει και στις 8 Δεκεμβρίου, όταν είχε επιλέξει να εκτοξεύσει ένα χοντρό «καρφί» σε βάρος της διακυβέρνησης Καραμανλή σε σχέση με το αγροτικό ζήτημα, δίνοντας έτσι τότε, στα στελέχη που πρόσκεινται στη μητσοτακική πτέρυγα, το σήμα της εξαπόλυσης επιθέσεων κατά του πρώην πρωθυπουργού.

Από εκεί και πέρα, το Μαξίμου ακόμα και χθες Τρίτη συνέχιζε τις εκτός ορίων επιθέσεις στους αγρότες, υποστηρίζοντας, δια του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη (ρ/σ ΣΚΑΪ) ότι «δείξαμε […] πολύ παραπάνω ανοχή σε μία φασίζουσα, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συμπεριφορά, η οποία συνιστά παράνομη πράξη», αλλά και τις απειλές για του κυβερνητικό «Plan B», δηλαδή για διοικητικά πρόστιμα και ποινικές διώξεις, λέγοντας ότι «είναι ανεπίτρεπτο κάποιο νέο κλείσιμο δρόμων. Αυτό το αντιλαμβάνεται απολύτως και η Ελληνική Αστυνομία. […] Εάν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, είναι ξεκάθαρη η εντολή που έχει ήδη δοθεί να μην επιτρέψουν οι Αρχές ξανά να κλείσουν οι δρόμοι».

Οδός διαφυγής

Αλλά βέβαια στην κυβέρνηση γνωρίζουν ότι η στάση τους αυτή κάθε άλλο παρά κλείνει το μέτωπο με τον αγροτικό κόσμο και επιχειρούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις και να βρουν οδό διαφυγής μέσω της εξαγγελίας για τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής στη Βουλή για τον πρωτογενή Τομέα. Η συζήτηση μάλιστα για τη σύστασή της πραγματοποιείται σήμερα στη Βουλή.

Τη θέση του προέδρου της επιτροπής αναμένεται να αναλάβει ο βουλευτής Φθιώτιδας της ΝΔ και πρώην υπουργός, Γιάννης Οικονόμου, ο οποίος έχει διατυπώσει αιχμές για το αγροτικό ζήτημα, σημειώνοντας στην τελευταία συνεδρίαση της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας, πως «το πρόβλημα είναι ότι 25% της αγροτικής γης έχει εγκαταλειφθεί, δεν υπάρχουν εργάτες γης, δεν υπάρχει γεωργική εκπαίδευση, χρειάζεται αναδιάρθρωση αγροτικών καλλιεργειών. Μια σειρά από προβλήματα τέτοια φωνάζουν ότι χρειάζεται ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα. Και αναδιάρθρωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης».

Αιχμές

Σημειώνεται επίσης πως ο Γ. Οικονόμου, έχει διατυπώσει αιχμές προς την κυβέρνηση και πέραν του αγροτικού ζητήματος, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από τις «συντηρητικές, δημοκρατικές, φιλελεύθερες και πατριωτικές αρχές και αξίες μας» πρέπει «να απαντήσουμε στις προκλήσεις του μέλλοντος και όχι να υποταχθούμε στη μεταπολιτική λογική των κομμάτων-σουπερμάρκετ ή των κομμάτων-επιχειρήσεων που υποτιμούν την πολιτική και εκχωρούν τα πάντα στην εξωθεσμική τεχνοκρατία».

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αναφερόμενος στη σύσταση της διακομματικής επιτροπής, υποστήριξε (ρ/σ ΣΚΑΪ) ότι «η αναγκαιότητα αυτής της επιτροπής, που θα συμφωνήσω μαζί σας, πολλά πράγματα θα μπορούσαν να έχουν γίνει νωρίτερα, αλλά και πάρα πολλά άλλα πράγματα στη χώρα αυτά τα 6,5 χρόνια γίναν νωρίτερα από ό,τι περιμέναμε. […] Εν προκειμένω, το νόημα αυτής της διακομματικής επιτροπής είναι ακριβώς αυτό. Να φύγουμε από τα στενά δημοσιονομικά και τα στενά αιτήματα και ικανοποίησης αιτημάτων και να πάμε λίγο παρακάτω. Δηλαδή, πώς θα έχει μέλλον ο πρωτογενής τομέας που είναι η καρδιά και η ψυχή της οικονομίας μας».

Βέβαια το Μαξίμου χαρακτηρίζει σήμερα, μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και μετά τις πολυήμερες αγροτικές κινητοποιήσεις, τον πρωτογενή τομέα «ψυχή της οικονομίας» της χώρας και ζητάει συναινέσεις για το αγροτικό ζήτημα, προχωρώντας στη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής, ωστόσο αυτή την κίνηση έρχεται να την κάνει πια στον 6ο χρόνο διακυβέρνησής της και μόλις ένα χρόνο πριν τη λήξη της δεύτερης τετραετίας και χωρίς να έχει έχει αρθρώσει έναν προγραμματικό και μεταρρυθμιστικό λόγο, επί του οποίου ζητά τη συναίνεση των άλλων κομμάτων. Με ό,τι αυτό βέβαια σημαίνει για τη θέση που εξαρχής είχε ο πρωτογενής τομέας στις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Και πάντως από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης δηλώνουν ότι θεωρούν τη σύσταση διακομματικής επιτροπής «ανεπαρκή και προσχηματική», με το ΠΑΣΟΚ να προτείνει, αντί αυτού, εθνικό διάλογο με τη συγκρότηση Εθνικής Επιτροπής Αγροτικής Παραγωγής και Διατροφικής Ανθεκτικότητας.

ΟΠΕΚΕΠΕ

Κι ενώ το ρήγμα της κυβέρνησης με τους αγρότες παραμένει ανοιχτό, η ίδια εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο επανέρχεται διαρκώς στο επίκεντρο μέσα από τον ευτελισμό του Κοινοβουλίου που προκαλεί η περιβόητη εξεταστική επιτροπή.

Όσο και αν το Μαξίμου επέβαλε εξεταστική επιτροπή, προκειμένου να καταφύγει στο αφήγημά του περί διαχρονικών ευθυνών και κυρίως να γλιτώσει την Προανακριτική για τους δύο πρώην υπουργούς του, ο ευτελισμός του Κοινοβουλίου που επιφέρει η εξεταστική επιτροπή, έρχεται κάθε φορά να αναδείξει ξανά τις κυβερνητικές αυτές μεθοδεύσεις, φέρνοντας έτσι στο νου και την κριτική που έχει διατυπώσει ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, τονίζοντας ότι «απαξιώνεται η Βουλή στα μάτια των πολιτών όταν αισθάνονται ότι οι Εξεταστικές Επιτροπές για παράδειγμα λειτουργούν προσχηματικά ή παρελκυστικά».