Ξέρετε κανέναν που πραγματικά να αγανακτεί, να θυμώνει και να οργίζεται, και να θέλει επ' άπειρο να αισθάνεται αγανακτισμένος, θυμωμένος και οργισμένος;

Οταν τα θέματα ή τα προβλήματα είναι ή εξελίσσονται σε πολύ σοβαρά, καθοριστικά για τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός λαού και μιας ολόκληρης χώρας το τελευταίο που θα έπρεπε να ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος που τα σχολιάζει και τα κρίνει, θέλει να ακούγεται ως πρωτότυπος και ρηξικέλευθος.

Εχουμε όλοι μας παρατηρήσει σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις πέντε – έξι ανθρώπων ή σε τηλεοπτικά πάνελ με έναν αντίστοιχο αριθμό ομιλητών να αναρωτιόμαστε ποιο είναι τελικά το συζητούμενο θέμα καθώς, αν όχι όλοι τους, οι περισσότεροι τουλάχιστον μοιάζει να επικεντρώνονται στο πώς θα ξεχωρίσουν ανάμεσά τους με όσα λέει ο καθένας τους.

Στην ουσία δηλαδή μια ζοφερή πραγματικότητα που θα ήθελε τον κάθε προσερχόμενο προκειμένου να συμβάλει, λεκτικά έστω, στην αντιμετώπιση ή την εξυγίανσή της, να μιλάει για λογαριασμό του βέβαια, αλλά χωρίς να προτάσσει ένα ίδιον συμφέρον, να μεταβάλλει δηλαδή την πραγματικότητα αυτή σε προϋπόθεση για προσωπική προβολή, διάκριση και κοινωνική καταξίωση.

Βέβαια όταν επιμέρους σταδιοδρομίες, και συχνά λαμπρές, έχουν σχηματιστεί χάρη στην καταγγελία των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα, είναι δύσκολο ή μάλλον αδιανόητο να περιμένει κανείς ο οποιοσδήποτε πολίτης να υποψιαστεί έστω πως υπάρχει και μια άλλη «μέθοδος» προσέγγισης ενός ζέοντος κοινωνικού προβλήματος.

Οταν όμως ο καθένας αισθάνεται την καταγγελία ως υποχρέωσή του, χωρίς να έχει διευκρινίσει για τον εαυτό του ή να μπορεί να εξηγήσει στους άλλους τους λόγους που την υπαγορεύουν, αυτομάτως η καταγγελία μεταβάλλεται σε ένα πρώτης τάξεως συντηρητικό για όσα καταγγέλλονται. Καθώς απώτερη και διακαής πρόθεση δεν είναι να αλλάξει κάτι, αλλά αντίθετα το συζητούμενο μισητό καθεστώς να συντηρηθεί, αφού ανατρεπόμενο θα έπαυε να λειτουργεί χάρη στην καταγγελία του ως διακριτικό για τους καταγγέλλοντες.

Συνδυασμένη συνήθως η καταγγελία για μια αποκάλυψη που έχει γίνει, αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν την άφατη ηδονή που φαίνεται να προκαλούν οι αποκαλύψεις, ιδιαίτερα στον πολιτικό και τον καλλιτεχνικό χώρο θα ήταν πρόθυμος ο οποιοσδήποτε να τη στερηθεί. Οταν η ηδονή της αποκάλυψης αυτονομείται ως συστατικό ενός δήθεν ενδιαφέροντος για τα κοινά, θα προκαλέσει τις συνθήκες εκείνες ώστε ακόμη και αν θα ήταν δυνατόν σταδιακά να εξαλειφθούν ή να περιοριστούν τα μεμπτά και καταδικαστέα περιστατικά, όχι μόνον να συνεχίσουν να υφίστανται αλλά και να διογκώνονται αφού όλο και σπαρταριστές θα γίνονται οι αποκαλύψεις που συνδέονται μαζί τους.

Διαφορετικά πώς θα γινόταν πρόσωπα αδιάφορα, αμελητέα, σχεδόν ανύπαρκτα όσον αφορά τα πεπραγμένα τους τόσο στον δημόσιο όσο και στον καλλιτεχνικό βίο της χώρας, να προάγονται σε περιζήτητα, έστω και είκοσι τέσσερις ώρες, ενώ προβαίνουν σε μιαν αποκάλυψη, και το ακόμη πιο χαρακτηριστικό πώς θα ήταν δυνατόν αν συνέβαινε οι αποκαλύψεις να μην προκαλούν αντί για ηδονή, αγανάκτηση και οργή, να ακούμε τόσο σε συντροφιές ανθρώπων όσο και στις τηλεοράσεις «και είμαστε ακόμη στην αρχή των αποκαλύψεων».

Ξέρετε κανέναν που πραγματικά να αγανακτεί, να θυμώνει και να οργίζεται, και να θέλει επ’ άπειρο να αισθάνεται αγανακτισμένος, θυμωμένος και οργισμένος;

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr