Iσχυροί ηγέτες έχουν επιβιώσει πολιτικά έπειτα από συγκλονιστικές ήττες

Ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει, ο πόλεμος του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία πιθανότατα θα κριθεί από την ιστορία ως φιάσκο. Όπως τονίζει ο πολιτικός επιστήμονας John Mueller στο Foreign Policy, κάποιοι από τους στόχους της Μόσχας ήταν να αποτρέψει την Ουκρανία να αγκαλιάσει το ΝΑΤΟ και τη Δύση, να εγκαθιδρύσει ένα υπάκουο καθεστώτος στο Κίεβο, να εμποδίσει την άνοδο των Ουκρανών εθνικιστών -ο Πούτιν τους αποκαλεί «νεοναζί»-, να περιορίσει το μίσος για τη Ρωσία στην Ουκρανία, να παρεμποδίσει τον περαιτέρω πολεμικό εξοπλισμό της Ουκρανίας, να ανασυστήσει τη Σοβιετική Ένωση -ή τη ρωσική αυτοκρατορία- σε κάποια μορφή υπό την κυριαρχία του Κρεμλίνου, να διχάσει τη Δύση, να αυξήσει το κύρος και την επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή και σε όλο τον κόσμο, να καταστρέψει ή το λιγότερο να υπονομεύσει τη δημοκρατία, να τονώσει τη χρήση της ρωσική γλώσσας στην Ουκρανία και να κάνει τους Ουκρανούς να ταυτιστούν περισσότερο με τους Ρώσους και τη ρωσικότητα, να επιδείξει την υπεροχή και το μεγαλείο του ρωσικού στρατού.

Αντ’ αυτών, αφότου δαπάνησε πολύ αίμα και τεράστιο πλούτο, η Ρωσία βγήκε απ’ όλ’ αυτά πιο αδύναμη, πιο απομονωμένη και πιο διασυρμένη από ποτέ. Την ίδια ώρα η Ουκρανία, εξοπλισμένη με όλο και πιο εξελιγμένα όπλα και στηριζόμενη σε μια εκ νέου ενισχυμένη εθνική ταυτότητα, οδεύει πιο κοντά στη Δύση από ποτέ. Από αυτή την άποψη, το εγχείρημα του Πούτιν έχει ήδη αποδειχθεί απολύτως αντιπαραγωγική αποτυχία και ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να μείνει στην ιστορία ως Βλαντιμίρ ο Βλάκας ή, για να επικαιροποιήσουμε ένα διαβόητο παρατσούκλι του 15ου αιώνα, ως Βλαντ ο Αυτο-Παλουκωτής, σχολιάζει ο Mueller.

Διαβάστε επίσης: Αποκάλυψη: Οι «χαροκαμένες μητέρες» του Πούτιν ήταν… ηθοποιοί, βουλευτές και υπάλληλοι υπουργείων

Για πολλούς σχολιαστές, αυτή η καταστροφική πορεία υποδηλώνει πως οι μέρες του Πούτιν είναι μετρημένες. Υποστηρίζουν ότι οι ηγέτες που υφίστανται τρομερές ήττες στο πεδίο είναι απίθανο να κρατηθούν πολύ στην εξουσία. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με τον Πακιστανό ηγέτη Γιαχία Χαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, καθώς και με τον ηγέτη της χούντας της Αργεντινής Λεοπόλδο Γκαλτιέρι δέκα χρόνια αργότερα. Και οι δύο αναγκάστηκαν να παραιτηθούν έπειτα από ταπεινωτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, κάποιοι επιχειρηματολογούν πως η εισβολή του Πούτιν θα οδηγήσει μάλλον στην πτώση του.

Αυτή η εκτίμηση, όμως, είναι μάλλον βιαστική. Αν και υπάρχουν λόγοι να αμφισβητεί κανείς τη μακροβιότητα του Πούτιν στην εξουσία, η ιστορία δείχνει πως η προοπτική της επιβίωσής του είναι σημαντικά πιο θετική απ’ ό,τι πιστεύεται. Στην πραγματικότητα, τις τελευταίες δεκαετίες, ηγέτες που υπέστησαν θεαματικές στρατιωτικές αποτυχίες αρκετές φορές δεν απομακρύνθηκαν από την εξουσία, ούτε από λαϊκή εξέγερση ούτε από πραξικόπημα της ελίτ.

Έχασαν αλλά… δεν τους κούνησε κανείς

Σε μια σειρά απολυταρχικές χώρες, καταστροφικές ήττες είχαν συχνά μικρή επίδραση στην παραμονή του ηγέτη στην εξουσία. Στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, ο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ υπέστη ταπεινωτική ήττα στον πόλεμο του 1967 με το Ισραήλ. Κι όμως, παρέμεινε στην εξουσία και διατήρησε τη θέση του μέχρι που πέθανε από καρδιακή προσβολή τρία χρόνια αργότερα.

Ο Ιρακινός δικτάτορας Σαντάμ Χουσεΐν, δεν επιβίωσε μόνο μετά τον καταστροφικό οκταετή πόλεμο που ξεκίνησε ενάντια στο Ιράν το 1980, αλλά και μετά τον ολέθριο Πόλεμο του Κόλπου το 1991, στον οποίο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους εκδίωξαν τις δυνάμεις εισβολής του από το Κουβέιτ σε μόλις 100 ώρες. Την ώρα της πανωλεθρίας δεν ήταν ασυνήθιστο να ακούει κανείς προβλέψεις όπως αυτή που έκανε στους New York Times ένας αξιωματικός της αμερικανικής εξωτερικής υπηρεσίας και ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής, ο οποίος διαβεβαίωνε πως ο Σαντάμ «έχει ηττηθεί και ταπεινωθεί και σύντομα θα είναι νεκρός στα χέρια του ίδιου του λαού του, εκτός κι αν κάποια χώρα -πράγμα απίθανο- του προσφέρει καταφύγιο». Αντιθέτως, ο δεσποτικός ηγέτης παρέμεινε στην εξουσία άλλα 12 χρόνια, μέχρι που καθαιρέθηκε με τη βία κατά την εισβολή που σημειώθηκε το 2003 υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Ομάρ αλ Μπασίρ στο Σουδάν, ο οποίος παρέμεινε στο αξίωμα για 14 χρόνια μετά τον αποτυχημένο του πόλεμο κατά του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού το 2005, που είχε σαν αποτέλεσμα την ανεξαρτησία του Νοτίου Σουδάν.

Ακόμα και σε δημοκρατίες, στις οποίες θεωρείται πως οι ηγέτες θα τιμωρηθούν στην κάλπη για τις επιδόσεις τους, πολιτικοί έχουν αρκετές φορές γλιτώσει έπειτα από ντροπιαστικές ήττες. Ας δούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρεί ο Mueller. Το 1982, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν έστειλε στρατεύματα για να βοηθήσουν στην αστυνόμευση του εμφυλίου πολέμου του Λιβάνου, δηλώνοντας με στόμφο ότι «σε μια εποχή πυρηνικής πρόκλησης και οικονομικής αλληλεξάρτησης, τέτοιες συγκρούσεις συνιστούν απειλή για όλους τους λαούς του κόσμου, όχι μόνο για τη Μέση Ανατολή». Την επόμενη χρονιά όμως, όταν μια τρομοκρατική βομβιστική επίθεση σε στρατώνα Αμερικανών πεζοναυτών σκότωσε 241 στρατιωτικούς, ο Ρέιγκαν απέσυρε τις αμερικανικές δυνάμεις. Εντούτοις το 1984 οι ψηφοφόροι τον επανεξέλεξαν με σαρωτική πλειοψηφία, έπειτα από μια εκστρατεία στην οποία αυτό το φιάσκο δεν αναφέρθηκε σχεδόν καθόλου. Κάπως έτσι έγινε και με τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον μια δεκαετία αργότερα, όταν οι αμερικανικές δυνάμεις υπέστησαν καταστροφική αποτυχία στη Σομαλία κατά την οποία δεκάδες Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε ανταλλαγή πυρών. Η υποχώρηση που ακολούθησε δεν επηρέασε σχεδόν καθόλου την πολιτική του τύχη.

Διαβάστε επίσης: Στόλτενμπεργκ: Ο Πούτιν χρησιμοποιεί τον χειμώνα σαν πολεμικό όπλο

Ακόμα μεγαλύτερο φιάσκο ήταν το Βιετνάμ. Ένας πόλεμος στον οποίο έχασαν τη ζωή τους δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί και που οδήγησε το 1975 σε έναν αποφασιστικό θρίαμβο του διεθνούς κομμουνισμού, του κύριου εχθρού των Ηνωμένων Πολιτειών για δεκαετίες. Ωστόσο, στην προεκλογική εκστρατεία του επόμενου έτους, η ήττα αυτή αναφέρθηκε μόνο όταν ο πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ τη χρησιμοποίησε ως επιχείρημα υπέρ του. Όταν ανέλαβε την εξουσία, υποστήριξε, η χώρα «ήταν ακόμα βαθιά μπλεγμένη στα προβλήματα του Βιετνάμ». Όμως τώρα ήταν σε «γαλήνη». Εντέλει ο Φορντ έχασε τις εκλογές, αλλά το αποτέλεσμα καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από άλλα ζητήματα, όπως ο πληθωρισμός, το Γουότεργκεϊτ και η χάρη που απένειμε στον Ρίτσαρντ Νίξον. Οι Δημοκρατικοί ούτε στιγμή δεν θεώρησαν ότι θα τους ωφελούσε να το αναφέρουν και το εκλογικό αποτέλεσμα είχε ελάχιστη ή και καμία σχέση με το γεγονός ότι η μεγαλύτερη αποτυχία στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έλαβε χώρα όσο ο απερχόμενος πρόεδρος ήταν στην εξουσία.

Πιο πρόσφατα, η αποτυχία των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν αντιμετωπίστηκε το ίδιο αδιαμαρτύρητα και δεν επηρέασε καθόλου τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν. Αν και τα ποσοστά της δημοτικότητάς του είναι χαμηλά, δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι αυτή η μείωση στην αποδοχή του οφείλεται στην καταστροφική ήττα της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ κυβέρνησης στην Καμπούλ από τους Ταλιμπάν. Στην πραγματικότητα, ο αποτυχημένος πόλεμος αναφέρθηκε ελάχιστα κατά τις ενδιάμεσες εκλογές ένα χρόνο αργότερα και το μοναδικό παράπονο που εκφράστηκε δεν αφορούσε την ίδια την έκβαση, αλλά το πόσο αδέξια διαχειρίστηκε ο πρόεδρος την ταπεινωτική αποχώρηση από τη χώρα.

Η «ρωσική αρκούδα» αιμορραγεί

Για να κατανοήσουμε τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα παραδείγματα με τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, πάντως, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ρίξουμε μια ματιά στην ίδια την ιστορία της Ρωσίας, προτρέπει ο πολιτικός αναλυτής. Κοιτάζοντας πίσω, στις αρχές του εικοστού αιώνα, μπορούμε να δούμε ότι ο τσάρος Νικόλαος Β’ επέζησε από μια τρομερή πανωλεθρία στον πόλεμο της Ρωσίας με την Ιαπωνία το 1904-5. Και ο Ιωσήφ Στάλιν τα πήγε εξίσου καλά στον δικό του καταστροφικό πόλεμο ενάντια στη Φινλανδία το 1939-40. Όσον αφορά τον Πούτιν, δύο πιο πρόσφατα γεγονότα φαίνονται ιδιαίτερα σημαντικά.

Το πρώτο αφορά στη σοβιετική εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν το 1979. Φαινομενικά, ο πόλεμος εξαπολύθηκε για να διατηρηθεί το Δόγμα Μπρέζνιεφ, μια βασική αρχή της σοβιετικής ιδεολογίας: από τη στιγμή που μια χώρα είχε γίνει κομμουνιστική, δεν μπορούσε να της επιτραπεί να επιστρέψει στο προηγούμενο σύστημα. Εκείνη την εποχή, η απελπιστικά ανίκανη κομμουνιστική κυβέρνηση στο Αφγανιστάν, η οποία είχε αναλάβει τον προηγούμενο χρόνο, παρέπαιε. Και με τη διαβεβαίωση του σοβιετικού στρατού ότι θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα μέσα σε λίγες ημέρες, τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν και σύντομα βρέθηκαν μπλεγμένα σ’ έναν μακρόχρονο και δαπανηρό εμφύλιο πόλεμο. Εκείνο τον καιρό, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ήταν κατώτερο μέλος του κομμουνιστικού οργάνου που ενέκρινε την εισβολή, ωστόσο αργότερα, ως ηγέτης, θεώρησε τον πόλεμο «πληγή που αιμορραγούσε» και το 1988 διέταξε την αποχώρηση από το Αφγανιστάν. Παρότι αυτός ο πόλεμος μπορεί να συνέβαλε στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η απόφαση να αποσυρθεί και να αποδεχθεί την ήττα έγινε ευρέως αποδεκτή και έπαιξε ελάχιστο ή και κανέναν ρόλο στην απώλεια του αξιώματος του Γκορμπατσόφ τρία χρόνια αργότερα.

Ο πιο εύστοχος παραλληλισμός με την περιπέτεια του Πούτιν στην Ουκρανία ίσως είναι ο Πόλεμος της Τσετσενίας το 1994-96. Ανησυχώντας για ένα κίνημα απόσχισης στην Τσετσενία, το οποίο θα μπορούσαν να αντιγράψουν και άλλες οντότητες στους κόλπους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο τότε πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν έστειλε στρατεύματα έπειτα από διαβεβαιώσεις του στρατού του πως θα μπορούσε να θέσει γρήγορα υπό έλεγχο την περιοχή. Αντ’ αυτού, οι ρωσικές δυνάμεις υπέστησαν χιλιάδες απώλειες και απέδωσαν περίπου το ίδιο καλά μπροστά σε μια αποφασιστική αντίσταση, όσο αποδίδουν και το 2022 στην Ουκρανία. Ενόσω ο Πόλεμος της Τσετσενίας μετατρεπόταν σε καταστροφή, ο Γέλτσιν επεξεργαζόταν απεγνωσμένα μια συμφωνία αποχώρησης με την οποία η Τσετσενία θα μπορούσε τελικά να αποσχιστεί επισήμως. Αυτά τα ταπεινωτικά γεγονότα διαδραματίστηκαν στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την επανεκλογή του Γέλτσιν το 1996 κι ωστόσο εκείνος επανεξελέγη.

Διαβάστε επίσης: «Επιχείρηση» Κίεβο: Ο Πούτιν σχεδιάζει νέα επίθεση στην Ουκρανία – Είναι πρόθυμος να χάσει 100.000 Ρώσους

Ο Πούτιν μπορεί να αντέξει

Φυσικά, δεν μπόρεσαν όλοι οι ηγέτες να αποφύγουν τις συνέπειες λαθών που κόστισαν ακριβά. Τις τελευταίες δεκαετίες, υπήρξαν αρκετοί πολιτικοί -απολυταρχικοί ή όχι- που οδήγησαν τις χώρες τους σε διεθνή πανωλεθρία και στη συνέχεια καθαιρέθηκαν. Μαζί με απολυταρχικπά καθεστώτα, όπως του Χαν και του Γκαλτιέρι, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ εκδιώχθηκε από την εξουσία λόγω της συνενοχής του στον πόλεμο στο Ιράκ το 2003. Και κάποιες φορές, αμερικανικές κυβερνήσεις υπέστησαν τις συνέπειες για τις στρατιωτικές τους αποτυχίες. Η αποτυχημένη στρατιωτική απόπειρα του προέδρου Τζίμι Κάρτερ να διασώσει τους Αμερικανούς ομήρους στο Ιράν το 1980 σίγουρα συνέβαλε στην ήττα του εκείνη τη χρονιά. Και, παρότι οι παραλληλισμοί δεν είναι απολύτως ακριβείς, οι πρόεδροι Χάρι Τρούμαν στην Κορέα και Λίντον Τζόνσον στο Βιετνάμ αποφάσισαν να μην θέσουν ξανά υποψηφιότητα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της δυσαρέσκειας του κόσμου για τους πολέμους τους. Αν δεν ήταν υποχρεωμένοι να υποβληθούν σε εκλογές, πιθανότατα δεν θα παρέκκλιναν της πορείας τους. Και ο Τζορτζ Μπους θα μπορούσε αδιαμφισβήτητα να τα είχε πάει καλύτερα όταν εξελέγη το 2004, αν δεν μαινόταν ακόμα ο πόλεμος στο Ιράκ.

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία παρέχει πολλά παραδείγματα πολιτικών, ιδίως σε απολυταρχικά καθεστώτα, που μπόρεσαν να επιβιώσουν πολιτικά έπειτα από στρατιωτικές πανωλεθρίες. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι οι απολυταρχικοί πολιτικοί που εμπλέκονται σε ριψοκίνδυνες περιπέτειες στο εξωτερικό, τείνουν να το κάνουν, όπως ο Πούτιν, όταν είναι ήδη ασφαλείς στο αξίωμά τους και μπορούν να υπονομεύσουν και να καταπνίξουν τις προσπάθειες απομάκρυνσής τους όταν η περιπέτεια πάει στραβά -τείνουν να διαθέτουν έναν σημαντικό και αποτελεσματικό μηχανισμό ασφάλειας που βασίζεται σε ανθρώπους των οποίων η τύχη εξαρτάται από τους ίδιους τους ηγέτες. Και η πιθανότητα πολιτικής επιβίωσης είναι ίσως ακόμα μεγαλύτερη αν δεν φαίνεται να υπάρχει μια βιώσιμη εναλλακτική σε ετοιμότητα. Επιπλέον, η απαξίωση αποτυχημένων στρατιωτικών προσπαθειών δείχνει πιο εύκολη όταν αυτές λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό και δεν εμπλέκουν άμεσα πολύ κόσμο στο εσωτερικό.

Προς το παρόν, λοιπόν, η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο Πούτιν να παραμείνει στην εξουσία κατά την περίοδο τυχόν διευθέτησης των του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και μετέπειτα. Δείχνει επίσης ότι ο Πούτιν θα μπορεί να καταστείλει κάθε πειρασμό για καταστροφική κλιμάκωση του πολέμου. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εταίρους τους, αυτό έχει επιπτώσεις.

Πρώτον, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι πρέπει να δοθούν στον Πούτιν παραχωρήσεις για τα προσχήματα, προκειμένου να υποχωρήσει από το φιάσκο και να αποχωρήσει από την Ουκρανία. Στην πραγματικότητα, αν ο Πούτιν χρειάζεται δικαιολογία -ή ένα θέμα για συζήτηση- μπορεί απλά να επιμείνει στη βασική δικαιολογία που προέβαλε για να ξεκινήσει τον πόλεμο, μια δικαιολογία που, όσο παράξενο κι αν είναι, φαίνεται να έχει γίνει αποδεκτή στη Ρωσία. Συγκρίνοντας την κατάσταση στην Ουκρανία με εκείνη που οδήγησε στη γερμανική εισβολή στη Ρωσία το 1941, υποστήριξε πως η επίθεσή του σχεδιάστηκε για να εμποδίσει το ΝΑΤΟ να εγκαθιδρύσει στρατιωτική παρουσία στην Ουκρανία, από την οποία εντέλει θα επιτίθετο στη Ρωσία. Αυτό είναι βέβαια παραληρηματικό, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρισμό για νίκη που εύκολα θα ενστερνίζονταν τόσο οι κουρασμένοι από τον πόλεμο όσο και οι πολεμοχαρείς Ρώσοι, και από τον λαό και από τις ελίτ.

Δεύτερον, από την άλλη, αν αυτό θα μπορούσε να ωθήσει τη Ρωσία σε αποχώρηση, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να κάνει τη χάρη στον Πούτιν και να πραγματοποιήσει τη φαντασίωση που δικαιολόγησε την πανωλεθρία που βιώνει αυτή τη στιγμή, προβαίνοντας σε διάφορες παραχωρήσεις χωρίς κόστος. Μία απ’ αυτές θα μπορούσε να είναι μια επίσημη δέσμευση για μη εισβολή, η διακήρυξη ενός μορατόριουμ για την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ για 25 ίσως χρόνια -έτσι κι αλλιώς, με την επίμονη διαφθορά και άλλα προβλήματα, η Ουκρανία μάλλον τόσο χρόνο θα χρειαζόταν για να καλύψει τα κριτήρια και να μπορέσει ενταχθεί- και η επιδίωξη μιας γενικευμένης διευθέτησης στην περιοχή για τη δημιουργία μιας ασφαλούς αλλά επισήμως ουδέτερης Ουκρανίας, ακολουθώντας τον μηχανισμό που χρησιμοποιήθηκε τη δεκαετία του 1950 για την Αυστρία.

Ωστόσο, αν αντιθέτως η Δύση συνεχίσει να βασίζει τις εκτιμήσεις της στην προσδοκία πως η εξουσία του Πούτιν παίζεται και πως ίσως χρειαστεί να παράσχει σημαντικές διευκολύνσεις σε ένα απελπισμένο Κρεμλίνο που φοβάται την ήττα και γι’ αυτό θα αποφύγει μια ραγδαία κλιμάκωση, μπορεί τελικά να υπονομεύσει τον ίδιο της τον στόχο: να δώσει γρήγορο και επιτυχημένο τέλος στον πόλεμο.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr