Η στρατηγική (Γέλτσιν) για μια δημοκρατική Ρωσία περίπου δυτικού τύπου ήταν για πολλούς καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ηταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης (ΕΣΣΔ – Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια «η μεγαλύτερη καταστροφή του εικοστού αιώνα» όπως τη θεωρεί ο σημερινός ηγέτης της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν; Ανεξάρτητα από τη θετική ή αρνητική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα περί «καταστροφής», το τέλος της τότε δεύτερης υπερδύναμης ήταν οπωσδήποτε το τέλος ενός σοσιαλιστικού ονείρου για ορισμένους ή ενός ολοκληρωτικού εφιάλτη για κάποιους άλλους. Το όνειρο του (υπαρκτού) σοσιαλισμού που είχαν χιλιάδες στην Ευρώπη και όχι μόνο και που είχε γοητεύσει κορυφαίους διανοουμένους – από τον Γ. Ρίτσο μέχρι τον Ζαν Πολ Σαρτρ – και στο οποίο είχαν αντιταχθεί άλλοι (Ρ. Αρόν π.χ.) καθώς θεωρούσαν ότι η Σοβιετική Ενωση δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ολοκληρωτική βαρβαρότητα με τον σταλινισμό ως την πλέον τοξική έκφρασή της. Εχουν γραφτεί χιλιάδες (κυριολεκτικά) έργα, βιβλία, αναλύσεις, δοκίμια για τα «έργα και ημέρες» της εβδομηκονταετούς σχεδόν ιστορίας της Σοβιετικής Ενωσης, από την εγκαθίδρυσή της το 1922 μέχρι την πτώση της τα Χριστούγεννα 1991 – για την εσωτερική καταπίεση, για τα «γκουλάγκ» και την εξόντωση των αντιφρονούντων, για τον ρόλο της στην έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και τον ηρωισμό της και τις θυσίες που κατέβαλε για την ήττα του ναζισμού, για την επικυριαρχία που επέβαλε στην Ανατολική Ευρώπη και την κατάπνιξη κάθε (δημοκρατικής) εξέγερσης (Ουγγαρία 1956, Τσεχία 1968, κ.ά.), για την «ισορροπία του τρόμου» με τις ΗΠΑ και τον Ψυχρό Πόλεμο που γέννησε. Για τις ελπίδες που γέννησε και τις μεγάλες πικρίες και ματαιώσεις στις οποίες κατέληξε. «Οταν το βράδυ στις 7.32 της 25ης Δεκεμβρίου 1991 κατέβηκε η σοβιετική κόκκινη σημαία από το Κρεμλίνο και υψώθηκε η τρίχρωμη ρωσική σηματοδοτώντας και το τυπικό τέλος της Σοβιετικής Ενωσης δάκρυσα» μου έλεγε ο Λεωνίδας Κύρκος. «Δάκρυσα από λύπη και κρυφή χαρά μέσα μου. Τελείωσε μια εποχή, έσβησε οριστικά ένα όνειρο. Τελείωσε όμως και ένας εφιάλτης». Οι μεταρρυθμίσεις που επιχείρησε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη δεκαετία 1980 δεν μπορούσαν να τη διασώσουν. Γιατί δεν μπορούσαν να τη μεταρρυθμίσουν. Το σύστημα δεν ήταν μεταρρυθμίσιμο.

Τελείωσε όμως; Στο τρέχον εορταστικό τεύχος του Economist δημοσιεύεται ένα εξαιρετικό δοκίμιο με τον τίτλο «Η ανολοκλήρωτη υπόθεση» («Unfinished Business») αναφερόμενο στην πτώση της Σοβιετικής Ενωσης τριάντα χρόνια πριν. Καταγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφωνήθηκε η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης μεταξύ των τότε ηγετών Ουκρανίας (Λ. Κραβτσούκ), Λευκορωσίας (Στανισλάβ Σούσκεβιτς) και Ρωσίας Μπόρις Γέλτσιν ενώ ο Γκορμπατσόφ ως πρόεδρος της Σοβιετικής Ενωσης ήλπιζε ακόμη ότι θα μπορούσε να περισώσει κάτι από την ομοσπονδιακή οντότητα. Δεν περισώθηκε τίποτα. Οι δεκαπέντε οντότητες που συγκροτούσαν τη Σοβιετική Ενωση, από την Ουκρανία μέχρι το Καζακστάν, ακολούθησαν τον δρόμο της ανεξαρτησίας τους. Και βέβαια η ίδια η Ρωσία με πρόεδρο τον Μπόρις Γέλτσιν. Το δοκίμιο υπενθυμίζει και τη γνωστή θέση του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, ότι δηλαδή «η Ρωσία μπορεί να είναι είτε μια Αυτοκρατορία είτε μια Δημοκρατία. Δεν μπορεί να είναι και τα δύο ταυτόχρονα». Και εδώ βρισκόμαστε ακριβώς τώρα. Η Ρωσία κάτω από τον Γέλτσιν επιχείρησε τη στρατηγική της δημοκρατίας, να γίνει λίγο – πολύ μια φιλελεύθερη ανοιχτή πολιτεία και κοινωνία όπως πάνω – κάτω οι δυτικές κοινωνίες, έστω κι αν η ρωσική πολιτιστική παράδοση δεν ήταν και ιδιαίτερα ευνοϊκή για κάτι τέτοιο. Το επιχείρησε αδέξια όσο αδέξιος ήταν και ο Γέλτσιν στην προσωπική του συμπεριφορά. Ηταν η περίοδος (δεκαετία 1990) που η Ρωσία σκεπτόταν σοβαρά την ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Αλλωστε είχε επιδοκιμάσει τον δρόμο προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς που πήραν οι (πρώην) χώρες της Αν. Ευρώπης υπό την επικυριαρχία της, περιλαμβανομένων και των τριών βαλτικών δημοκρατιών – πρώην συνιστωσών της Σοβιετικής Ενωσης (Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία). Και η Δύση περιχαρής ονειρευόταν το «Τέλος της Ιστορίας». Μία Ευρώπη free and whole (G. Bush), «ελεύθερη και ενωμένη» με τη Ρωσία ως μέλος της! Τι αφέλεια…

Η στρατηγική (Γέλτσιν) για μια δημοκρατική Ρωσία περίπου δυτικού τύπου ήταν για πολλούς καταδικασμένη σε αποτυχία. Το πείραμα «Ρωσική Δημοκρατία» τερματίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1999 όταν παραιτήθηκε ο Γέλτσιν και ανέλαβε πρόεδρος ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ένας πρώην αξιωματούχος της Κα Γκε Μπε (KGB), ο οποίος αρχικά διακρίθηκε στη γενέτειρα πόλη του, το Λένινγκραντ/Αγία Πετρούπολη, πριν εγκατασταθεί στη Μόσχα το 1996 και διεισδύσει στην κυβερνητική παρέα. Ως άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών ο Πούτιν γνώριζε καλά ένα πράγμα, την έννοια της ισχύος στο εσωτερικό και εξωτερικό.

Ισχύς χωρίς «περιττούς» περιορισμούς. Και με την άνοδό του στην εξουσία – που νομιμοποιήθηκε με διαδοχικές εκλογές αμφίβολης εγκυρότητας είτε στον ρόλο του προέδρου είτε του πρωθυπουργού για κάποια περίοδο (2008 – 2012) – ο Πούτιν έθεσε ουσιαστικά ως στόχο να διορθώσει τη «μεγάλη καταστροφή» του εικοστού αιώνα, να επανασυστήσει δηλαδή τη Σοβιετική Αυτοκρατορία ως Ρωσική Αυτοκρατορία με ισχυρό αντιδυτικό προσανατολισμό, έστω κι αν οικονομικά και τεχνολογικά ήταν ασθενής (αντίθετα με την Κίνα). Γιατί εάν υπάρχει κάποιο ιδεολογικό αξιακό στοιχείο στη στρατηγική Πούτιν για τη Ρωσική Αυτοκρατορία αυτό είναι ο τοξικός αντι-δυτικισμός και η αποθέωση της ρωσικής πολιτιστικής παράδοσης, περιλαμβανομένης και της ορθόδοξης θρησκευτικής λατρείας. Ο Πούτιν θεωρεί τη Δύση (περιλαμβανομένων των ΗΠΑ) παρηκμασμένη, ανήθικη, σε κατάσταση αποσύνθεσης, κ.λπ.

Αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει, όπως η Ρωσία – μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας με δικαίωμα βέτο, ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο, πλούσιοι ενεργειακοί πόροι (φυσικό αέριο, κ.λπ.) από τους οποίους εξαρτάται κυρίως η Ευρώπη, ο Πούτιν στα είκοσι ένα χρόνια του στην εξουσία έχει πράγματι αποκαταστήσει τον ρόλο της Ρωσίας ως υπολογίσιμης δύναμης σε παγκόσμια κλίμακα και την έχει θέσει στον δρόμο της Αυτοκρατορίας. Και στη διαδικασία αυτή «δικαίωσε» τον αφορισμό του Μπρεζίνσκι – η Ρωσία κατέλυσε τα βασικά απαιτούμενα μιας δημοκρατίας.

Εγινε και γίνεται βαθύτερα ένα αυταρχικό κράτος με λίγο – πολύ προσωποπαγή εξουσία. Στον δρόμο προς την Αυτοκρατορία διεξήγαγε τουλάχιστον δύο πολέμους – Γεωργία (2008), Ουκρανία (2014) – και προσάρτησε μια ολόκληρη περιοχή (Κριμαία) αλλάζοντας βίαια για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά σύνορα. Και έχει επέμβει σε σειρά άλλων περιπτώσεων (Συρία, Λιβύη ή ηλεκτρονικά ακόμη και στις ΗΠΑ, κ.α.). Ενώ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα επιτρέψει σε χώρες όπως Ουκρανία και Γεωργία να προσχωρήσουν στο ΝΑΤΟ ή στην ΕΕ.

Το αντίθετο, ζητεί τώρα νομικές εγγυήσεις ότι το ΝΑΤΟ ουδέποτε θα τις δεχθεί ως μέλη του και μια σειρά άλλων δεσμεύσεων που ισοδυναμούν ουσιαστικά με αναγνώριση από τη Δύση ότι οι χώρες αυτές (το near abroad) ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας ή καλύτερα στην υπό ανασύσταση Ρωσική Αυτοκρατορία. Το εάν η Δύση θα δεχθεί αυτή την επιστροφή στο παρελθόν είναι ένα δύσκολο ερώτημα για απάντηση. Αλλά αν και η τελευταία πράξη γύρω από την Ουκρανία δεν έχει παιχθεί ακόμη, ένας πόλεμος με τη Ρωσία – πυρηνική δύναμη δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση μια από τις επιλογές στο τραπέζι. Ενα modus vivendi είναι αναπόφευκτο.

Αλλά το πώς τελικά θα ολοκληρωθεί η (ανολοκλήρωτη) ιστορική διαδικασία που ξεκίνησε πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης παραμένει μια όντως ανοιχτή υπόθεση…

Ο καθηγητής Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του FEPS και ΕΛΙΑΜΕΠ. Από τις εκδόσεις Θεμέλιο κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο «Επιτεύγματα και στρατηγικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr