Αναφερόμαστε πολύ συχνά στα προβλήματα που έφερε στη χώρα η «γενιά του Πολυτεχνείου», στα δεινά που περάσαμε εξαιτίας της, στη προβληματική διαχείριση που έγινε από ένα κομμάτι της αριστεράς στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω.

Καταρχάς γιατί λανθασμένα όταν μιλάμε για τη «γενιά του Πολυτεχνείου» αναφερόμαστε μόνο σε αυτούς που έτρεξαν κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης να πιάσουν θέσεις εξουσίας και να απογοητεύσουν συντρόφους.

Ο αγώνας για ψωμί, παιδεία, ελευθερία δεν έγινε μόνο από ανθρώπους που στην πορεία έγιναν βουλευτές, έπιασαν θέσεις κλειδιά σε υπουργεία και φρόντισαν να «εκμεταλλευτούν» την παρουσία τους στο Πολυτεχνείο πάντα για ίδιον όφελος. Αυτούς τους έκρινε η ιστορία.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου αφορούσε όμως χιλιάδες άλλα παιδιά και νέους που κατέβηκαν στον δρόμο, αψήφησαν σφαίρες και γκλοπ, χτυπήθηκαν, κυνηγήθηκαν, σκοτώθηκαν. Και για αυτούς τους 24 –και ποιος ξέρεις πόσους ακόμα- νεκρούς πρέπει να στεκόμαστε πάντα προσοχή.

Κατά δεύτερον γιατί η γενιά αυτή και οι μέρες αυτές μας δίνουν πάντα πρόσφορο έδαφος για προβληματισμό και σκέψη. Για να δούμε τι μπορούμε εμείς να κάνουμε 48 Νοέμβρηδες μετά, για να δανειστώ τους στίχους του Διονύση Τσακνή.

«Τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν» τραγουδούσε εκείνος στον «Νοέμβρη ‘90» και νομίζω ότι εννοούσε πολλά παραπάνω από αυτό.

Ο αγώνας των νέων κατά της δικτατορίας, που κορυφώθηκε με την Κατάληψη του Πολυτεχνείου, δεν ήταν απλώς ρομαντικός, δεν ήταν απλώς όνειρα εραστών. Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Έτσι πρέπει να τον αξιολογούμε, έτσι πρέπει να τον θυμόμαστε.

Σε μια συνθήκη που είναι σχεδόν αδύνατον να φανταστούμε, εκατοντάδες άνθρωποι κλείστηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο και ζήτησαν το αυτονόητο. Ελευθερία έκφρασης, παιδείας, επιλογής. Απαίτησαν την ζωή τους ελεύθερη όπως την είχαν φανταστεί.

Με τον παρορμητισμό της νιότης οι περισσότεροι, με κομματική απόφαση πολύ λιγότεροι αλλά όλοι με τη δίψα για ζωή ταμπουρώθηκαν πίσω από μια σιδερένια πόρτα και δεν έφυγαν ακόμα και όταν την είδαν να γκρεμίζεται πάνω τους.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η δικτατορία έπεσε, τα γεγονότα γράφτηκαν στην Ιστορία και η 17 Νοέμβρη έγινε η μέρα που τιμούμε έναν αγώνα που μας αφορά.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που αυτή η μέρα ήταν ιερή. Χωρίς φαμφάρες, πολιτική εκμετάλλευση και πανηγυρισμούς. Οι γονείς μου σταμάτησαν να πηγαίνουν στην πορεία όταν κυνηγήθηκαν άγρια τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και με ένα μικρό παιδί στα χέρια αναγκάστηκαν να κρυφτούν σε διαμέρισμα του κέντρου.

Ο μπαμπάς μου ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο εκείνες τις μέρες και πήδηξε –ευτυχώς- από ένα παράθυρο στη Στουρνάρη ελάχιστα λεπτά πριν μπει μέσα το τανκς.

Ξέρω, λοιπόν, τα πράγματα από πρώτο χέρι και αντιλαμβάνομαι τη φρίκη που φέρει δολοφονία παιδιών όπως του Αλέξανδρου Σπαρτίδη, ετών 16 που τραυματίστηκε θανάσιμα ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα.

Μαθήτρια ήμουν πρωτεργάτης σε όλες τις γιορτές του Πολυτεχνείου. Μεγαλώνοντας αμφισβήτησα όπως σχεδόν όλοι τις πολιτικές κινήσεις πολλών εκ των πρωταγωνιστών του. Αλλά ποτέ την αξία του αγώνα.

Και αυτή είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της Εξέγερσης. Η πίστη στον αγώνα, στα ιδανικά σε ένα καλύτερο κόσμο. «Η πραγματικότητα έχει το μισό δίκιο, το άλλο μισό το όνειρο» λέει σε ένα σημείο της παράστασης «Κοινή ησυχία» ο Οδυσσέας Ιωάννου.

Για αυτό το όνειρο και για την πεποίθηση ότι μπορούμε να το κατακτήσουμε θα τιμούμε πάντα το Πολυτεχνείο και τους νεκρούς του.

Και όταν σκέφτομαι αν κάναμε ή κάνουμε αρκετά για να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος θα θυμάμαι τη φωνή ενός 5χρονου κοριτσιού που ζήτησε να ακούσει το «Δρόμο» γιατί τον έμαθαν στο σχολείο και ενθουσιάστηκε. Γιατί ο Λοΐζος είχε απόλυτο δίκιο –και η μικρή Τάνια μαζί του. «Ο δρόμος θα έχει πάντα τη δική του ιστορία» και αξίζει να τη μάθουμε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr