Εξέχων πολιτικός ανήρ του α’ μισού του 20ού αιώνα και επιφανές στέλεχος της βενιζελικής παράταξης, ο Γεώργιος Καφαντάρης κατάφερε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας επί τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες.

Ο Καφαντάρης, πρωτότοκο τέκνο του Κωνσταντίνου Καφαντάρη και της Βασιλικής Μηλιά, γεννήθηκε στην Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας στις 13 Οκτωβρίου 1873.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε τη δικηγορία στο Μεσολόγγι και το Καρπενήσι.

Η πολιτική δράση του Καφαντάρη

Ο κεντρογενής Καφαντάρης ενεπλάκη στην πολιτική πριν κλείσει τα 30 του, προσχωρώντας αρχικά στο κόμμα του Δημητρίου Ράλλη και ακολούθως στο Κόμμα των Φιλελευθέρων.

Εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής το 1905, ενώ διορίστηκε γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών από τον Λάμπρο Κορομηλά, υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου την περίοδο 1910-1912.

Στη συνέχεια ο Καφαντάρης διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών στη βραχύβια κυβέρνηση Βενιζέλου το 1915 και στάθηκε ανυποχώρητα στο πλευρό αυτού κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού.

Τον Αύγουστο του 1917, κατά τη διάρκεια αγόρευσής του στο κοινοβούλιο επί του ακανθώδους πολιτειακού ζητήματος, ο Καφαντάρης, αποστασιοποιημένος από την επίσημη θέση του Κόμματος των Φιλελευθέρων, προέβη σε ξεκάθαρη τοποθέτηση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Το 1919 ορκίστηκε υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Στο διάστημα της υπουργίας του πραγματοποίησε βαθιές τομές στον τομέα της αγροτικής πολιτικής και χειρίστηκε επιτυχώς το ζήτημα της διανομής της γης σε ακτήμονες αγρότες.

Το 1920, μετά την αναπάντεχη ήττα των Φιλελευθέρων στις εκλογές του Νοεμβρίου, ο Καφαντάρης μετέβη στο εξωτερικό, απ’ όπου επέστρεψε το Σεπτέμβριο του 1922, μετά τη Μικρασιατική Τραγωδία και την επικράτηση των Γονατά και Πλαστήρα.

Το 1924 ο Καφαντάρης διορίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης (κυβέρνηση Βενιζέλου) και αμέσως μετά ανέλαβε την πρωθυπουργία και σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία έμελλε να μείνει στην εξουσία λίγο περισσότερο από ένα μήνα (Φεβρουάριος -Μάρτιος 1924).

Στο μετέπειτα διάστημα ο Καφαντάρης αποχώρησε από το Κόμμα των Φιλελευθέρων και ίδρυσε το Κόμμα των Προοδευτικών Φιλελευθέρων, το οποίο μετονομάστηκε από το 1928 σε Κόμμα των Προοδευτικών.

 
 

Στις κυβερνήσεις που σχημάτισε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης κατά τα έτη 1926-1928 ο Καφαντάρης διετέλεσε υπουργός Οικονομικών (επί υπουργίας του, το 1928, ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος).

Το 1933 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών στην τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου.

Επί Μεταξά ο Καφαντάρης εκτοπίστηκε στη Ζάκυνθο εξαιτίας της αντικαθεστωτικής δράσης του, παρέμεινε δε εκεί τρία έτη, έως το θάνατο του δικτάτορα.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αγωνίστηκε επί ματαίω για την εθνική συμφιλίωση και συγκρούστηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για τα Δεκεμβριανά.

Το τελευταίο αξίωμα με το οποίο τιμήθηκε ο Καφαντάρης ήταν εκείνο του αντιπροέδρου στην κυβέρνηση που σχημάτισε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης το Νοέμβριο του 1945.

 
 

Το κόμμα του Καφαντάρη επέλεξε να απόσχει από τις εκλογές που διεξήχθησαν στις 31 Μαρτίου 1946.

Ο Γεώργιος Καφαντάρης απεβίωσε στις 28 Αυγούστου 1946, λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου, που οδήγησε στην παλινόρθωση της μοναρχίας και την επάνοδο του Γεωργίου Β΄στον ελληνικό θρόνο.

Η προσωπικότητα και τα πιστεύω του Καφαντάρη

Ο Γεώργιος Καφαντάρης διακρινόταν, κατά γενική ομολογία, για τη μόρφωση, την αγωνιστικότητα και την ανιδιοτέλειά του.

Πιστός στα δημοκρατικά ιδεώδη και προσηλωμένος σε συγκεκριμένους κανόνες πολιτικής συμπεριφοράς, ο Καφαντάρης έθεσε ως μείζονα στόχο του κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου την εθνική συνεννόηση και την υπέρβαση των διχαστικών διλημμάτων της περιόδου του Εθνικού Διχασμού, γεγονός που τον εξώθησε σε συγκρούσεις όχι μόνο με ηγετικά στελέχη του βενιζελικού στρατοπέδου, όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Γεώργιος Παπανδρέου, αλλά και με τον ίδιον τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Μετά τη γνωριμία του με τον Καφαντάρη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το 1942, ο γνωστός δοκιμιογράφος, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς έγραψε στο Ημερολόγιό του τα ακόλουθα: «Μου αρέσει στον άνθρωπο το καθαρό ρουμελιώτικο στοιχείο, που δίνει τον τόνο στη φυσιογνωμία του. Άνθρωπος του τόπου, ατόφιος, αντιπροσωπευτικός. Μεγάλη πείρα των ανθρώπων, πλατιά ευφυΐα και πατριωτισμός, που έρχεται από το Εικοσιένα. Χρήσιμος στο έθνος».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο