Στο σεράι του Αλή Πασά

Αίθουσα στο σεράι του Αλή Πασά, στα Γιάννενα. Μπαίνουν οργανοπαίχτες που παίζουν ανατολίτικο σκοπό.

Ακολουθούν: ο Αλή Πασάς, γέρος, έτσι όπως τον έχει ζωγραφίσει ο L. Dupré· η Κυρά Βασιλική με εθνική φορεσιά· ο Βελή Γκέκας (Αλβανός στην υπηρεσία του Αλή Πασά, αρχηγός του σώματος που κατεδίωκε τους κλέφτες) και ο Γιουσούφ Αράπης με σαλβάρια, αρματωμένοι (ο πρώτος είναι ένας πελώριος Τουρκαλβανός, ο δεύτερος είναι Αφρικανός)· ο Μάνθος Οικονόμου (ηπειρώτης γραμματέας του Αλή Πασά), σοφολογιότατος με ρεντιγκότα· ο Θανάσης Βάγιας (ηπειρώτης αρχηγός της φρουράς του Αλή Πασά) με φουστανέλα.

Ο Αλή Πασάς στρώνεται σε ένα ντιβάνι, η Κυρά Βασιλική κάθεται, οι άλλοι μένουν όρθιοι.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Να σταματήσει αυτή η μουσική! Να μην ακούω τέτοιες κλάψες!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: [στους μουσικούς] Χορέψτε, ωρέ! Χορέψτε, να κάνει χάζι ο Πασάς!

[Οι μουσικοί παίζουν ένα ζωηρό σκοπό και μερικοί απ’ αυτούς χορεύουν. Ο Αλή Πασάς παρακολουθεί το χορό με αδιαφορία, ενώ οι έμπιστοί του συνοδεύουν χτυπώντας τις παλάμες.]

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Φτάνει! Φτάνει! Βαρέθηκα πια και τις μουσικές σας και τους χορούς σας!

[Οι μουσικοί στέκονται με αμηχανία.]

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: [στους μουσικούς] Τι αποσβολωθήκατε, ωρέ! Γκρεμιστείτε από δω! Δεν τ’ ακούσατε που ο Πασάς σάς βαρέθηκε;

[Οι μουσικοί φεύγουν φοβισμένοι.]

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Βαρύ φορτίο η εξουσία, ωρέ κοπέλια μου! Πιο βαρύ κι από τη γυναίκα ωρέ! [Χαϊδεύει το χέρι της Κυρα-Βασιλικής.]

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Αναντιρρήτως Εκλαμπρότατε.

ΒΑΓΙΑΣ: Έτσι είναι.

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Σωστά. Πολύ σωστά.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Είμαι πολύ βασανισμένος άνθρωπος εγώ, ωρέ τσιράκια μου!

ΒΑΓΙΑΣ: Το τι τραβάς ολημερίς κι ολονυχτίς για το καλό αυτού του τόπου, Πασά μου, μονάχα εμείς εδώ οι έμπιστοί σου το κατέχουμε.

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Κοπιάζετε υπερανθρώπως, Εκλαμπρότατε. Ταλαιπωρείτε το υποκείμενό σας εις τον βωμόν του δημοσίου συμφέροντος.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ο κόπος, κυρ Μάνθο, είναι το λιγότερο. Εκείνο που με τρώει εμένα, είναι η αχαριστία της ανθρωπότητας.

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Σωστά. Άτιμος κόσμος!

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: [στο Μάνθο Οικονόμου] Τι να λένε, άραγες, για ανθρώπους σαν κι ελόγου μου, εκείνα τα αρχαία κιτάπια που διαβάζεις όλη νύχτα;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Λέγουν: «Θαρσείν χρη». Λέγουν: «Αιέν αριστεύειν». Λέγουν: «Μουσικήν ποίει και εργάζου».

[Παρουσιάζονται δειλά στην πόρτα οι μουσικοί και αρχίζουνε να παίζουν.]

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Πάλι αυτοί; Πετάξτε τους όξω!

[Εξαφανίζονται οι μουσικοί. Ο Βελή Γκέκας βγαίνει από πίσω τους. Ακούγεται θόρυβος από ξυλοκόπημα. Επιστρέφει ο Βελή Γκέκας διορθώνοντας το ζωνάρι του.]

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Αθώοι άνθρωποι Πασά μου. Σε είδανε σεκλετισμένο και νομίσανε πως θα σε παρηγορήσουνε.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: [του πετά ένα πουγγί] Να, δώσε τους γρόσια!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: [πετά το πουγγί απ’ το παράθυρο, φωνάζοντας] Να, ωρέ, πάρτε γρόσια! Ξεκουμπιστείτε τώρα! Άιντε να χαθείτε!

[Ο Αλή Πασάς γελά χωρίς κέφι. Οι έμπιστοί του γελούν αυτόματα. Μόλις σταματήσει ο Πασάς, σταματούν όλοι.]

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Πολύ μαύρος είσαι, ωρέ Γιουσούφ Αράπη.

ΓΙΟΥΣΟΥΦ: Ο Αλλάχ μ’ έκανε, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Αχ! Μες στη μαυρίλα ξεροψήνομαι. Μες στην όχτρητα και την προδοσία τρώω τη ζωή μου. Γιατί, ωρέ, με πολεμούνε άνθρωποι συντοπίτες μου; Γιατί μου σκοτώνουνε τους τσοχανταραίους (επίλεκτους σωματοφύλακες) μου; Γιατί μου καταστρέφουνε το βιος μου; Γιατί μου πίνει το αίμα αυτός ο χαΐνης (σκληρόκαρδος) ο Κλέφτης ο Κατσαντώνης; Μιλάτε, ωρέ!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Κλέφτης είναι, Πασά μου· πόλεμο κάνει. Τι ήθελες να κάνει;

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Γιατί να είναι Κλέφτης, ωρέ;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Ξέρω εγώ γιατί είναι Κλέφτης; Έτσι του σφύριξε. Μάζεψε καμπόσους τσαχπίνηδες (ζωηρούς και έξυπνους) κι έπιασε το βουνό και κάνει τον καπετάνιο.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Μου ’καψε πάλι τις θημωνιές μου, ο αγιογδύτης. Τη θροφή των παλικαριών μου, από το στόμα τους την πήρε. Καταστροφή μεγάλη μου ’καμε. Και για ποιον, ωρέ, τα μαζεύω εγώ τ’ αγαθά μου, με το αίμα της καρδιάς μου; Για το λαό δεν τα μαζεύω;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Μάλιστα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Όταν εγώ κυβερνώ, ποιος κυβερνά;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Ο λαός, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Όταν εγώ πλουτίζω, ποιος πλουτίζει;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Ο λαός, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Για ποιον, ωρέ Βασιλική, χτίζω γέφυρες, δρόμους, λιμάνια, κάστρα; Για ποιον κάνω πολέμους;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Για μας, Πασά μου, για το λαό σου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Τέτοιο εμπόριο, σαν το σημερινό, είδανε, ωρέ, αυτά τα μέρη άλλη φορά; Τέτοιες μανιφατούρες (βιοτεχνίες, εργαστήρια), ποιος τις ονειρεύτηκε πριν από μένα; Φτώχεια βρήκα, πλούτη έφερα. Τσαπατσουλιά και ρεμπελιό βρήκα, τάξη έφερα. Χωριατιά βρήκα, πολιτισμό έφερα, έργα μαστορικά έφερα, γιατροσόφια έφερα, τηλεσκόπια, μικροσκόπια έφερα. Τι θέλει λοιπόν και με κατατρέχει και με ρημάζει ο πεζεβέγκης (αχρείος) αυτός, ο Κλέφτης ο Κατσαντώνης;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Θέλει, λέει, να φύγουν οι Οθωμανοί και να μείνουνε μοναχοί τους οι Χριστιανοί.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ποιος τους πειράζει, ωρέ, τους Χριστιανούς σαν κάθονται στ’ αυγά τους; Ωρέ Μάνθο Οικονόμου, ωρέ Θανάση Βάγια, Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν είστε, που να σας φάει το μαύρο φίδι;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Μάλιστα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Φιλία και εμπιστοσύνη δε σας χάρισα; Μινίστρους μου δε σας έκανα;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Μάλιστα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ωρέ Κυρά Βασιλική, Ρωμιά δεν είσαι;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Με την ευχή της Παναγιάς, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Σα βασίλισσα δε σ’ έχω, ωρέ;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Να ’σαι καλά, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Η γλώσσα που μιλούμε σε τούτο το σεράι, των Ρωμιών η γλώσσα δεν είναι;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ: Άλλη γλώσσα δεν ακούω εδώ μέσα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: [στους άλλους] Σχολειά ρωμαίικα δεν υποστηρίζω;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Μάλιστα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Εκκλησιές χριστιανικές δε χτίζω;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ και ΒΑΓΙΑΣ: Μάλιστα, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Τι σας λείπει, ωρέ Ρωμιοί, και μου βγαίνετε στο κλαρί; Σπίτια έχετε καλύτερα από τα δικά μας, γυναίκες όμορφες παντρεύεστε, φαΐ τρώτε, παράδες μαζεύετε, στο γκουβέρνο σάς παίρνουμε, παπάδες έχετε, δασκάλους έχετε. Γιατί, ωρέ, δεν ησυχάζετε; Γιατί με παιδεύει και μου καίει τις θημωνιές μου ο εντεψίζης (πρόστυχος) αυτός ο Κλέφτης ο Κατσαντώνης;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Οι δύστηνοι (δύστυχοι) ομογενείς μου, Γαληνότατε, ευρήκαν προσφάτως λέξιν δαιμονικήν όπου πολλά ετάραξε τινάς εξ αυτών. Λιμπερτά είναι ο όρος· εις την αρχαίαν γλώσσαν των Ελλήνων, ελευθερία.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Και τι αξίζει, ωρέ, αυτό το λιμπερτά μπροστά σ’ όλα τα καλά που έχετε σαν κάθεστε φρόνιμα;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Δεν είμαι αρμόδιος να κρίνω και να συγκρίνω. Είμαι υπάλληλος. Διά τον υπάλληλον τίποτε προσφιλέστερον δεν επιτρέπεται να υπάρχει από την υπεράνω αυτού κειμένην εξουσίαν.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Και τι θα το κάνουν, ωρέ, αυτό το λιμπερτά αν ποτές τους το δώσει ο Σατανάς;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Κανείς δεν το εστοχάσθη, Υπέρτατε Βεζίρη. Αυτό όπου τους συμβαίνει είναι έξαρσις, φαντασιοκοπία, βακχεία, παραφροσύνη ίσως ή έρως.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Για μια λέξη, το λοιπόν, για μια παλαβομάρα, μ’ αφανίζει αυτός ο μπερμπάντης (δόλιος, πονηρός) ο Κλέφτης ο Κατσαντώνης;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Άτιμος κόσμος!

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ωρέ, για κοιτάτε με στα μάτια!

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΒΑΓΙΑΣ, ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ, ΓΙΟΥΣΟΥΦ: Μάλιστα, Πασά μου!

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Τι σας έχω όλους εσάς και σας καμαρώνω; Μποστάν κουρκουλούκια (σκιάχτρα) σας έχω, ωρέ; Αμέσως θα μου τονέ φέρετε δεμένο, ειδαλλιώς δε σας βλέπω καλά πολύ καιρό ακόμα. Καταλάβατε, ωρέ;

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Φυσικώ τω λόγω, οι εδώ παρόντες στρατηγοί είναι πλέον αρμόδιοι διά το προκείμενον.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Εσύ, ωρέ Βελή Γκέκα, που με τηράς σα χάχας, δική σου δουλειά είναι τούτη. Δερβέναγας δεν είσαι; Τι καρτεράς και δεν γκρεμίζεσαι να κάνεις το θέλημα του αφέντη σου;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Πασά μου, το κατέχεις καλά πως τρία χρόνια άλλη δουλειά δεν κάνω παρά να κυνηγώ τον Κατσαντώνη σ’ όλα τα βουνά της Ρούμελης. Δέκα λαβωματιές έχει το κορμί μου· τις μισές, απ’ του Κατσαντώνη το χέρι τις πήρα.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Και τι κατάφερες, ωρέ, με τις δέκα λαβωματιές σου;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Ό,τι μπορούσε να κάνει άνθρωπος, το ’κανα, μα τον Αλλάχ! Ζωντανός ο Κατσαντώνης δεν πιάνεται. Θεριό είναι. Μονάχα πεθαμένος θα πιαστεί, αν πιαστεί ποτές.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Χαράμι, ωρέ, να σου γίνει το ψωμί που τρως! Θα σε κρεμάσω, ωρέ!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Εγώ την αλήθεια σου μιλώ, κι ό,τι θες κάνε. Κρέμασέ με να ησυχάσω.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Όλους, ωρέ, θα σας κρεμάσω στην αράδα! Τίποτα δεν κατεβάζει η κούτρα σας, ωρέ;

ΒΑΓΙΑΣ: Μου φαίνεται πως υπάρχει κάποιος τρόπος, Πασά μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Τι τρόπος, ωρέ;

ΒΑΓΙΑΣ: Έμαθα ψες πως ο Κατσαντώνης έχει κρύψει τη γυναίκα του και το παιδί του στο χωριό το Κόρθι. [Μιλά στ’ αυτί του Αλή Πασά.]

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: [στο Βελή Γκέκα] Το ’ξερες αυτό, ωρέ δερβέναγα;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Πρώτη φορά τ’ ακούω.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Και τώρα που σου το ’πανε, ποιο είναι το σχέδιό σου;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Το σχέδιό μου; Και τι με νοιάζει εμένα για γυναίκες και παιδιά;

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Αφού δεν το κόβει το κεφάλι σου, θα σου πω εγώ τι σε νοιάζει, ωρέ. Θα πάρεις πενήντα τσοχανταραίους, θα ζώσεις το χωριό και θα μου φέρεις εδώ μάνι μάνι τη γυναίκα και το παιδί. Κι ο Κατσαντώνης, σαν το μάθει, πιλάλα θα τρέξει να προσκυνήσει.

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: [στοχάζεται] Δε γίνεται!

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Πώς δε γίνεται, ωρέ, αφού εγώ προστάζω;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Εγώ είμαι παλικάρι. Πολεμώ με άντρες. Δεν πολεμώ με γυναικόπαιδα. Ντροπής!

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ωρέ, ντροπής δεν είναι ν’ αφήνεις τον Κλέφτη να μου βρίζει τα γένια; Φοβάσαι, ωρέ!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Τι είπες;

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Φοβάσαι του Κατσαντώνη το γδικιωμό!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Ο Βελή Γκέκας, ωρέ, να φοβηθεί;

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ναι, ωρέ! Φουστάνι να βάλεις!

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Θα πάω!

ΒΑΓΙΑΣ: Αστεία σ’ έβρισε ο Πασάς, Βελή Γκέκα. Δεν το ξέρεις πόσο μας αγαπά;

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Θα πάω· μα δεν έπρεπε να γίνει αυτό.

ΒΑΓΙΑΣ: Άιντε στο καλό και μην πικραίνεσαι. Μόνο κοίτα να κινήσεις τα χαράματα, με πολλή προφύλαξη, μην πάρουνε είδηση οι Κλέφτες. Σα γυρίσεις με την Κατσαντώναινα και με το παιδί της, όλα μια χαρά θα βολευτούνε· και του αφέντη μας το θέλημα θα γίνει κι ο τόπος θα ησυχάσει κι η δική σου δύναμη θα μεγαλώσει.

ΒΕΛΗ ΓΚΕΚΑΣ: Δεν έπρεπε. Εγώ λαχταρούσα να βρεθώ μόνος με τον Κατσαντώνη στο βουνό, ν’ αρπαχτούμε σα θεριά, να τόνε σκοτώσω ή να σκοτωθώ. Τώρα πάω να κάνω ατιμία, Αλή Τεπελενλή, για το χατίρι σου· μα, ώσπου να πεθάνω, βάρος θα την έχω στην ψυχή μου.

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ: Ατιμία που γίνεται για το Δοβλέτι (κράτος, κρατική εξουσία), αν υπάρχει Θεός τη συχωρνά.

[Φεύγουν ο Αλή Πασάς, ο Θανάσης Βάγιας, ο Βελή Γκέκας, ο Γιουσούφ Αράπης. Ο Μάνθος Οικονόμου κάνει να τους ακολουθήσει.]

*Απόσπασμα από την πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης του θεατρικού έργου «Το τίμημα της λευτεριάς», που συνέγραψε ο δοκιμιογράφος, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966) το 1958.

Το έργο του Θεοτοκά έχει ως θεματικό άξονα τη σύλληψη του θρυλικού καπετάνιου Κατσαντώνη, του ξακουστού κλέφτη της Ρούμελης, που είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων και του Αλή Πασά κατά την προεπαναστατική περίοδο, αναπτύσσοντας έντονη δραστηριότητα στα Άγραφα και τη Δυτική Στερεά (περιοχές Βάλτου και Ξηρομέρου), έως την Ήπειρο.

Στη φωτογραφία που συνοδεύει το υπέροχο κείμενο του Θεοτοκά, ο Αλή Πασάς διά χειρός Louis Dupré.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο