Η συντροφιά των δώδεκα ατόμων συζητούσε με το πάθος και την ένταση που συζητούν όλοι όταν ένα «θέμα» ή ένα πρόσωπο – κυρίως πρόσωπο – άμεσα συνδεδεμένο με το θέμα αυτό γίνεται ευρύτατα γνωστό, αποκτά μια δημοσιότητα σχεδόν καθολική. Χωρίς να υποψιάζονται ότι οι απόψεις τους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό διαβλητές, γιατί αν το ίδιο θέμα το έθετες προς συζήτηση πριν αποκτήσει τη μεγάλη δημοσιότητα, που στο μεταξύ απέκτησε, κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να ασχοληθεί μαζί του παρά μόνο σε περίπτωση που προσφερόταν για κουτσομπολιό.

Γεγονός που σημαίνει ότι και τώρα, ενώ φαίνεται το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στο ηθικό βάρος του συζητούμενου θέματος, το κουτσομπολιό και μόνον είναι αυτό που συγκινεί. Αν δεν ήταν το κουτσομπολιό, ο υπ’ αριθμόν ένας λόγος ώστε να συζητιέται οτιδήποτε με ένταση, δεν θα γνώριζε το «θέμα» αυτό τα σκαμπανεβάσματα σε σχέση με το ενδιαφέρον που προκαλεί.

Αφού μόνο το κουτσομπολιό γνωρίζει περιόδους που μοιάζει να μην υπάρχει τίποτε άλλο και περιόδους που εξαφανίζεται καθώς το ενδιαφέρον όσον αφορά το ηθικό εκτόπισμα ενός θέματος δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου δεν γνωρίζει κενά, παραμένει αμείωτο όσος χρόνος και αν έχει μεσολαβήσει από τη στιγμή που εξερράγη.

Η συντροφιά των δώδεκα ατόμων σε μιαν ώρα που ήταν εμφανές πως ο καθένας ήθελε να περάσει όσο ήταν δυνατόν καλύτερα παρά γιατί αναγνώριζαν μια ανάγκη να επικοινωνήσουν όσο γίνεται ουσιαστικότερα μεταξύ τους, έκρινε πως δεν υπήρχε προσφορότερος τρόπος παρά να καταπιαστεί με το δίδυμο «Πέτρος Φιλιππίδης – Δημήτρης Λιγνάδης». Το εντυπωσιακό ακόμη και για έναν στοιχειωδώς κατατοπισμένο σε μια υπόθεση που συντάραξε το πανελλήνιο είναι πως όλοι τους μιλούσαν με έναν τρόπο χωρίς ο ένας να προϋποθέτει τον άλλον σε ό,τι έλεγε, χωρίς να τον ακούει και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν ο καθένας να καταθέσει την προσωπική του εκδοχή και «σύνοψη» όπως την είχε σχηματίσει σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει και κυρίως με όσα είχε ακούσει στην τηλεόραση αλλά και πολλούς άλλους να του λένε.

Κανείς δεν φάνηκε να αναρωτιέται αν όσα είχε πληροφορηθεί ανταποκρίνονταν απολύτως ή μερικώς στην αλήθεια, αν στη «διαδρομή» τους οι πληροφορίες ώσπου να φτάσουν στον αποφαινόμενο με βεβαιότητα αποδέκτη τους δεν είχαν «πλουτιστεί» με λεπτομέρειες που καθώς τους έδιναν μια μυθιστορηματική χροιά θα μπορούσε εύκολα κανείς να τις υποθέσει για επινοημένες. Το αξιοπερίεργο παραμένει πως όταν μια υπόθεση με συνταρακτικό ενδιαφέρον άπτεται του πολιτικού χώρου φαντάζεται κανείς τις αποκαλύψεις που του παρουσιάζονται πολύ λιγότερες σε σχέση με όσα στην πραγματικότητα έχουν διαδραματιστεί, ενώ όταν οι αποκαλύψεις αφορούν τον καλλιτεχνικό χώρο γίνονται αποδεκτές κατά γράμμα. Με τη βεβαιότητα μάλιστα πως όση ιδιοτέλεια υποκρύπτεται στην ελεγχόμενη πληροφόρηση του πολιτικού χώρου, άλλη τόση ανιδιοτέλεια χαρακτηρίζει τη χειμαρρώδη και ακατάσχετη σκανδαλολογία όταν αναφέρεται στον καλλιτεχνικό χώρο.

Ενας κόσμος εκπαιδευμένος να χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά, επόμενο είναι στην κρίση του να μη βαραίνει το ηθικό εκτόπισμα που διατηρούν καθαυτό μεμπτές καταστάσεις, αλλά τα «διακοσμητικά» στοιχεία που αναπόφευκτα εμφιλοχωρούν σε καθετί που γίνεται ευρύτατα γνωστό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο