Θα ήταν για μία δεκαετία περίπου, 2005 έως 2015, που οι κάτοικοι γύρω από την Πλατεία Εξαρχείων θα έβλεπαν, τις πολύ πρωινές ώρες, πίσω από την τζαμαρία ενός πολύ γνωστού καφέ, τη χαρακτηριστική φυσιογνωμία μιας ώριμης γυναίκας βυθισμένης με έκδηλη απόλαυση στην ανάγνωση των «ΝΕΩΝ», έχοντας δίπλα της ένα βαθύ φλιτζάνι με καφέ. Η εικόνα δεν ήταν κάτι ξένο για έναν χώρο που, παρά τις αντιφατικές εκτιμήσεις ως προς τη σημασία του στον «γεωγραφικό» χάρτη της πρωτεύουσας, παραμένει ένας χώρος με την οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα να μην αισθάνεται τόσο εκτεθειμένη όσο σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Αθήνας. Και η Μάγια Λυμπεροπούλου υπήρξε ένα ιδιαίτερο άτομο με την πιο ουσιαστική σημασία της λέξης, όχι γιατί ήταν ηθοποιός, αλλά γιατί σε αντίθεση με την πλειονότητα των συναδέλφων της τής ήταν άγνωστη η έννοια της καριέρας. Είτε στο Θέατρο Τέχνης με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν, είτε στο Αμόρε με τον Γιάννη Χουβαρδά, είτε στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, είτε στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας με τον Λευτέρη Βογιατζή, το θέατρο κεφαλαιοποιούνταν μέσα της σε σχέση με το τι μάθαινε η ίδια και το περίσσευμά του μπορούσε να το μοιράζεται με τους θεατές, χωρίς καμιά πρόθεση να εξαργυρωθεί κοινωνικά ή οικονομικά η οποιαδήποτε επιτυχία της, παρά μόνον ως προετοιμασία για έναν συνθετικότερο ρόλο.

Θα αναρωτηθεί κανείς τι άραγε κερδίζει ο οποιοσδήποτε και πολύ περισσότερο ένας καλλιτέχνης που έχει εκ προοιμίου ακυρώσει την έννοια της ζυγαριάς σε σχέση με όσα πραγματοποιεί και ο ισολογισμός κέρδη και ζημιές τού παραμένει κάτι ακατανόητο, καθώς δεν αποκλείεται να λειτούργησε λυτρωτικά για τον ίδιο μια σκληρή για όλους τους άλλους δοκιμασία του. Οποιοσδήποτε θα αμφέβαλλε για το κέρδος αυτής της ανατροπής αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο κορυφώνεται μέσα σε έναν άνθρωπο, καλλιτέχνη στη συγκεκριμένη περίσταση, η σχετική διαδικασία, δεν θα είχε παρά να σκεφτεί τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Συνειδητά αποτραβηγμένη τα τελευταία χρόνια, σθεναρά επίμονη στην άρνησή της να συναντηθεί με οποιονδήποτε της το ζητούσε ή, πολύ περισσότερο, να μιλήσει δημόσια για τον εαυτό της και για τα πολλά της χρόνια στο θέατρο, αισθανόσουν ότι τόσο ο εγκλεισμός όσο και η άρνησή της δεν ήταν μια ιδιοτροπία ή ένας βεντετισμός, αλλά ένας τρόπος να αποχαιρετάς τη ζωή στο ύψος μιας αξιοπρέπειας όπως την έχει επεξεργαστεί μέσα σου μια εσωστρεφέστατη τέχνη όπως είναι το θέατρο – έστω και αν ξεγελάει με τη λάμψη, το χειροκρότημα και τον συναγελασμό ώστε να φαντάζει σαν μια τέχνη εξωστρεφής.

Ο αλησμόνητος Κώστας Ε. Τσιρόπουλος είχε γράψει πως ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι πρόκειται να πεθάνει είναι σαν τον κολυμβητή που ετοιμάζεται να πέσει στο νερό. Πέφτει έχοντας βγάλει όλα του τα ρούχα και όχι φορώντας το κοστούμι του. Θα φανταζόσουν πως όσο περισσότερες αναμνήσεις έχει να διαχειριστεί και να τακτοποιήσει κανείς τόσο ασφυκτικότερη θα του γίνεται η προοπτική του θανάτου. Εκτός και αν στις αναμνήσεις του, όσο ιδιαίτερες και συναρπαστικές και αν είναι, κατορθώσει να δώσει την πραγματική τους διάσταση, ότι από τη στιγμή δηλαδή που θα υπήρχαν έτσι ή αλλιώς δεν μπορούσε να είναι κάτι καθοριστικό για την εσωτερική του συγκρότηση καθώς τώρα δεν είναι παρά μόνον αυτή που μετράει ενώ περιμένει να πεθάνει. Με λίγα λόγια, όποια και αν ήταν η ζωή του, αυτό που έχει σημασία δεν είναι παρά η εμπειρία μιας εσωτερικότητας όπως αυτή ενός μοναχού και στον τρόπο που μπορεί να μετασχηματιστεί στη μοναδική ανάμνηση που έχεις να συμφιλιωθείς με την απώλειά της.

Η οφειλή μας στη Μάγια Λυμπεροπούλου είναι μεγίστη και δεν έχει σχέση μόνο με το θέατρο…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο