Θα μπορούσα

 
 

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ

την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε

να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι

για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει

ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει

να βλέπω το χέρι σου να γυρνά

μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τη λάμπα

ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα

και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε

αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:

σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω

σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.

Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική

για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο ή ανείπωτο.

 
 

*Από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Αγγελάκη Ο πρίγκιπας των κρίνων (πηγή: ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά, 1950-1970, εκδόσεις Παρατηρητής, 1994).

 
 

Ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 28 Μαρτίου 1940.

Σπούδασε ελληνική και αγγλική φιλολογία στην Αθήνα και στο Λονδίνο, εργάστηκε δε ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση.

Εξέδωσε δεκατρείς ποιητικές συλλογές, έγραψε μεταξύ άλλων παιδικά βιβλία και θεατρικά, καθώς και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κώστα Ταχτσή, καταπιάστηκε με τη μετάφραση και άκουσε στίχους του μελοποιημένους.

Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Ανδρέας Μουσουράκης» σε περιοδικά και βιβλία, αλλά και το «Κ. Λιβέρης» σε στίχους τραγουδιών.

Ο Ανδρέας Αγγελάκης απεβίωσε στο νοσοκομείο Μεταξά του Πειραιά στις 14 Ιουλίου 1991, σε ηλικία μόλις 51 ετών, προσβεβλημένος από τον ιό HIV/AIDS.

 
 

Ο Ανδρέας Αγγελάκης (τρίτος από αριστερά) μαζί με τους Μένη Κουμανταρέα, Πάνο Ξένο και Γιώργο Χρονά

Στο πλαίσιο ραδιοφωνικής συνέντευξης που είχε παραχωρήσει στον Γιώργο Μπαλούρδο το φθινόπωρο του 1987, ο Ανδρέας Αγγελάκης είχε δηλώσει τα εξής:

[…]

Γιώργος Μπαλούρδος: Εσένα δεν σε ενδιαφέρει τι συναισθήματα θα γεννήσει η ποίησή σου στον αναγνώστη; Ή τι επίδραση θα έχει; Σε ενδιαφέρει μόνο μόλις ολοκληρωθεί η ποιητική του καταγραφή να φύγει από σένα;

Ανδρέας Αγγελάκης: Κάπου μπορεί να είναι λίγο πονηρή αυτή σου η ερώτηση, λίγο γλιστερή. Δεν είπα ότι δεν με ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων,  η κρίση τους για τα γραπτά μας, για το έργο μας ή και για μας τους ίδιους. Όσο και αν παρουσιάζουμε ένα προσωπείο απελευθέρωσης, κακά τα ψέματα, μας ενδιαφέρει. Το θέμα δεν βρίσκεται εκεί. Το θέμα είναι ότι τη στιγμή που γράφεις, ξεκινώντας από αυτό που είπαμε προηγουμένως, το ερέθισμα, το τυχαίο περιστατικό, από τη στιγμή εκείνη, ή μάλλον τη στιγμή εκείνη, δεν σκέφτεσαι τη γνώμη του άλλου. Τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει στον άλλον. Εγώ προσωπικά, δεν τα σκέφτομαι αυτά, δεν με ενδιαφέρει η κρίση του άλλου. Με ενδιαφέρει εκείνη τη στιγμή να εκφράσω αυτό που έχει συντελεστεί μέσα μου, που έχει γίνει ποίημα, αυτό το τυχαίο περιστατικό. Μετά πιθανόν στην επεξεργασία, ή στην εκδοτική του αναφορά, όταν το πας στον εκδότη, από εκεί και πέρα παίζουν ρόλο αυτές οι σκέψεις, εκ των υστέρων ρόλο σημαντικό. Το πώς θα το υποδεχθεί ένας αριθμός ατόμων, πέντε, δέκα, είκοσι ανθρώπων που διαβάζουν ποίηση, από εκεί και πέρα ναι, εκεί το συζητά κανείς εκ των υστέρων. Αλλά τη στιγμή του γραψίματος ο ποιητής, ο γράφων, για να μη λέει κανείς μεγάλες κουβέντες, ο ποιητής μένει μόνος, απόλυτα μόνος.

[…]

Γ. Μ.: Ποιο είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ποίησή σου; Στην ποίησή σου ανακαλύπτουμε θα έλεγα δύο «μονομάχους». Από την μια είναι ο Έρωτας και από την άλλη ο Θάνατος. Ο ένας αντιμάχεται τον άλλον, μονομαχούν μεταξύ τους; Είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος; Είναι οι παιδικοί σας εφιάλτες που σας ακολουθούν και μας ακολουθούν; Τι ρόλο αλήθεια παίζει μέσα στην δημιουργία σας ο Έρωτας και ο Θάνατος;

Α. Α.: Κοίταξε Γιώργο, δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να τους διαχωρίσει τόσο εύκολα αυτούς τους δύο πόλους, τους δύο άξονες. Είναι διπολική η σχέση μας με αυτούς. Ας πούμε πολύ σεμνά ότι, αν εσύ διακρίνεις δύο τέτοιους άξονες μέσα στην ποίησή μου, δηλαδή τον πόλο του ερωτικού άγχους, θα πρόσθετα εγώ, γιατί δεν υπάρχει η ευδαιμονική πλευρά του έρωτα στα ποιήματά μου όπως γνωρίζεις αρκετά καλά, και τον άξονα του θανάτου όπως εσύ τον διακρίνεις, εγώ θα σου έλεγα ότι αυτά τα δύο στοιχεία είναι δεμένα. Και είναι δικαιολογημένη αυτή η συνύπαρξη. Το ένα οδηγεί στο άλλο. Δεν μπορεί να υπάρχει η ζωή χωρίς το θάνατο, το συν χωρίς το πλην. Εγώ τα βρίσκω πάρα πολύ κοντινά αυτά τα πράγματα.

[…]

Γ. Μ.: Πιστεύεις ότι κινείσαι σε έναν λαβύρινθο και απεγνωσμένα γυρεύεις την έξοδο;

Α. Α.: Ναι, ακριβώς, πιστεύω στο λαβυρινθώδες της ζωής και στο σύνθετο της ζωής, και ότι δεν υπάρχει απλοποίηση. Απλοποίηση και απλότητα μπορεί να βρει μόνο ο αστός, κατά την έννοια του Μαξ Φρις, με την έννοια ότι αυτός είναι άρρωστος. Ένας άρρωστος, όπως είναι ένας αστός, έχοντας μια τετριμμένη και πεπαλαιωμένη και ψευδή ιδεολογία. Κυρίως με ενδιαφέρει το ιδεολογικό σκεύος του αστού, από το οποίο προσπαθεί κανείς να ξεφύγει, επιδιώκει κανείς να αποτοξινωθεί, γιατί, κακά τα ψέματα, όλοι είμαστε κάτω από ορισμένες συνθήκες, ορισμένες προϋποθέσεις, αστοί. Αλλά ακριβώς ο ποιητής συλλαμβάνει την αντινομία αυτή και το πόσο αρνητικά επιδρούν τα στοιχεία αυτά πάνω στην προσωπικότητα. Και προσπαθεί ο ποιητής να τα διώξει από πάνω του ή, με ένα γενναιότερο τρόπο, να τα καταδείξει.

[…]

Γ. Μ.: Επίτρεψέ μου να σου πω, πριν τελειώσουμε αυτήν τη συζήτηση, ότι εκτός από την ερημιά του εξωτερικού χώρου υπάρχει και ένα είδος εσωτερικής μοναξιάς που εσύ το διαλέγεις.

Α. Α.: Όχι ένα είδος, μοναξιά με κεφαλαία γράμματα, η οποία επαυξάνεται προϊόντος του χρόνου. Το μόνο πρόβλημά μου είναι ότι αυτές οι λέξεις είναι πια εντελώς φθαρμένες, επειδή έχουν τόσο πολύ χρησιμοποιηθεί, τροποποιηθεί, έτσι μου φαίνεται λιγάκι αστείο να τις χρησιμοποιούμε. Πάντως συνεννοούμαστε. Περνώντας ο χρόνος διαπιστώνει κανείς τον εαυτό του να απομονώνεται, μου αρέσει η λέξη αυτή καλύτερα παρά η μοναξιά.

 
 

*Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το αρχείο της Λήδας Χαλκιαδάκη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο