Όταν ανακοινώθηκε το πακέτο άνω των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για τις υποδομές που προτείνει ο Τζο Μπάιντεν ως βήμα για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση των ΗΠΑ, σε όλες τις πλευρές από την «πράσινη μετάβαση» έως την κοινωνική προστασία, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μίλησαν για μια «αλλαγή παραδείγματος» ως προς την οικονομική πολιτική, ιδίως εάν συνδυαστεί με τα πακέτα τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που ήδη έχουν προωθηθεί.

Ουσιαστικά, αντιμετωπίστηκε ως μια εντυπωσιακή «επιστροφή του κράτους» στην οικονομική πολιτική και μια υπέρβαση του φόβου για τις μεγάλες δημόσιες δαπάνες, την ώρα που έσπαγε το «ταμπού» και ζητούσε αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων, έστω και εάν η υπουργός Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν είχε σπεύσει να τονίσει ότι θα έφερνε αυξημένη εταιρική κερδοφορία τελικά.

Όμως, σε αντίθεση με την Ευρώπη, στις ΗΠΑ ανάμεσα στην αναγγελία μιας πολιτικής από τον επικεφαλής της κυβέρνησης και την πραγματική θεσμοθέτησή της μεσολαβεί μια μεγάλη και δύσκολη διαπραγμάτευση στο Κογκρέσο, που συχνά μπορεί να αλλάξει ριζικά μια νομοθετική πρόταση ή μια σειρά οικονομικών μέτρων.

Αρκεί να θυμηθούμε τις αλλαγές που χρειάστηκε να επέλθουν στο σχέδιο του Μπαράκ Ομπάμα για το σύστημα υγείας, την Affordable Care Act (ατύπως γνωστό ως “Obamacare”).

Αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, όταν οι συσχετισμοί είναι οριακοί. Και αυτοί είναι οι σημερινοί συσχετισμοί, εάν αναλογιστούμε ότι η καθαρή πλειοψηφία στην Βουλή των Αντιπροσώπων συνδυάζεται με μια οριακή πλειοψηφία στη Γερουσία (ουσιαστικά η πλειοψηφία των Δημοκρατικών στηρίζεται στην ισοψηφία με τους Ρεπουμπλικάνους και την καθοριστική ψήφου της Αντιπροέδρου Χάρις). Επιπλέον, ακόμη και αυτή η οριακή πλειοψηφία είναι σχετική, καθώς και οι Δημοκρατικοί έχουν ένα φάσμα απόψεων στο εσωτερικό τους, με τη «δεξιά» πτέρυγά τους να είναι αρκετά κοντά στους Ρεπουμπλικάνους.

Η διαπραγμάτευση για το «πακέτο»

Το συγκεκριμένο πακέτο κατευθύνεται προς τα νομοθετικά σώματα με τη μορφή νομοσχεδίου. Όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό σημαίνει και την εκκίνηση μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στα δύο κόμματα και τον Λευκό Οίκο (αλλά με έναν τρόπο και εντός των κομμάτων) για την τελική μορφή του νομοθετήματος.

Ως προς τις θέσεις των κομμάτων, οι Ρεπουμπλικάνοι έδειξαν πολύ νωρίς ότι δεν πρόκειται να κινηθούν σε συναινετική κατεύθυνση και ότι απορρίπτουν το πακέτο, όπως και συνολικά τη μεγάλη αύξησης τη δημόσιας δαπάνης και της φορολογίας. Σε πρώτη φάση οι Ρεπουμπλικάνοι αντιπρότειναν ένα πακέτο 568 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που επικέντρωνε στους οδικούς άξονες, τις μεταφορές και τις γέφυρες, δεν προέβλεπε επιπλέον φόρους στις επιχειρήσεις και δεν περιλάμβανε τα ποσά που είχε ζητήσει ο Μπάιντεν για τα ηλεκτρικά οχήματα, τη μεταποίηση, τα νέα σχολεία, τις ΑΠΕ, την έρευνα, τις επιδοτήσεις για την κατοικία και την επανακατάρτιση.

Ο ίδιος ο Μπάιντεν έκανε μια χειρονομία «καλής θέλησης» την περασμένη εβδομάδα όταν μείωσε το συνολικό μέγεθος του πακέτου στα 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Στην πραγματικότητα δεν έκανε περικοπές ως προς το εύρος ή το σκοπό των προγραμμάτων, αλλά τα επανακοστολόγησε χαμηλότερα.

Η απάντηση των Ρεπουμπλικάνων ήταν μια νέα πρόταση που αυτή τη φορά ανέρχεται στα 928 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς αναφορά σε επιπλέον φόρους, αλλά με μεγαλύτερες προβλέψεις για τα δημόσια έργα.

Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να απαντήσουν σε όσους τους κάνουν κριτική επειδή δεν έχουν μια λογική «πακέτου» ενίσχυσης της οικονομίας αλλά και στο φόβο ότι θα πάνε το 2022 στις Mid Term elections (όταν επανεκλέγεται το σύνολο της Βουλής και το ένα τρίτο της Γερουσίας) με τη ρετσινιά ότι συναίνεσαν σε μεγάλες κρατικές «σπατάλες» και αύξηση της φορολογίας.

Η διαίρεση των Δημοκρατικών

Η αντιπρόταση των Ρεπουμπλικάνων, που με βάση τα παραδοσιακά «ήθη» του Κογκρέσου παραπέμπει στην αναζήτηση ενός συμβιβασμού, έφερε μια διαίρεση στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.

Από τη μια, η «προοδευτική» πτέρυγα των Δημοκρατικών, με επικεφαλής γερουσιαστές όπως η Ελίζαμπεθ Γουόρεν ή ο Μπέρνι Σάντερς, πιστεύει ότι δεν έχει νόημα η διαπραγμάτευση, από τη στιγμή που οι Ρεπουμπλικάνοι ούτως ή άλλως δεν επιθυμούν νέους φόρους και από τη στιγμή που η αντιπρότασή τους δεν καλύπτει κρίσιμα ζητήματα όπως η πράσινη ενέργεια, η φτηνή πρόσβαση σε ευρυζωνικές υπηρεσίες και τα στεγαστικά προγράμματα.  Η πρότασή τους είναι ο Μπάιντεν να περάσει το πακέτο από το Κογκρέσο ως έχει, ακόμη και χωρίς τη στήριξη των Ρεπουμπλικάνων.

Ωστόσο, οι πιο «μετριοπαθείς» Δημοκρατικοί γερουσιαστές επιμένουν ότι υπάρχει περιθώριο να αναζητηθεί ένας συμβιβασμός. Μάλιστα, υπάρχει μια ομάδα 8 γερουσιαστών (τέσσερις από κάθε κόμμα) που παράλληλα με την κεντρική διαπραγμάτευση που γίνεται με τους εκπροσώπους των Δημοκρατικών και τον Λευκό Οίκο αναζητούν έναν εναλλακτικό συμβιβασμό. Επιπλέον, ορισμένοι εκτιμούν ότι είναι πιο εύκολο να βρεθεί υποστήριξη αρκετών Ρεπουμπλικάνων σε ένα πακέτο συμβιβαστικό, παρά να εξασφαλιστεί η πλήρης συστράτευση όλων των Δημοκρατικών στο αρχικό πακέτο.

Ο Μπάιντεν είναι ένας βετεράνος της Γερουσίας και έχει μεγάλη εμπειρία τέτοιων διαδικασιών. Με αυτή την έννοια, θα έτεινε περισσότερο προς την αναζήτηση μιας διακομματικής συναίνεσης και μιας συμφωνίας με τους Ρεπουμπλικάνους. Όμως, έχει και την αρνητική εμπειρία του Obamacare, όταν η παράταση της διαπραγμάτευσης με τους Ρεπουμπλικάνους είχε τελικά ως αποτέλεσμα να υποχωρήσει η απήχηση και η δημοτικότητα της μεταρρύθμισης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο