Η χρονική απόσταση από τη δικτατορία και το γεγονός ότι εδώ και χρόνια η πολιτική σκηνή δεν κυριαρχείται από πρόσωπα που ήταν πολιτικά ενεργά στην περίοδο εκείνη, συμπεριλαμβανομένης της σταδιακής απόσυρσης της «γενιάς του Πολυτεχνείου», την έχει καταστήσει πια τμήμα ενός παρελθόντος αρκετά μακρινού, κάτι που υποδηλώνει και η απροθυμία να θεωρήσουμε ότι είμαστε ακόμη εντός ενός κύκλου που συνηθίσαμε να τον ονομάζουμε «Μεταπολίτευση».

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη να συνεχίσουμε να συζητάμε για εκείνη την περίοδο και  τους μηχανισμούς που οδήγησαν στη δικτατορία.

Η συνέχεια με το μετεμφυλιακό καθεστώς

Η χρονική απόσταση από τη δικτατορία επιτείνει τον κίνδυνο να θεωρηθεί η δικτατορία απλώς μια «παρέκκλιση» ή το έργο κάποιων «αφρόνων» αξιωματικών. Πρόκειται για ερμηνείες που δεν μπορούν να ερμηνεύσουν πώς κατάφερε να διαρκέσει επτά ολόκληρα χρόνια.

Η επισήμανση αυτή δεν έγινε για να αντιπροταθεί το κλασικό σχήμα της ξενοκίνητης χούντας. Όχι γιατί δεν ήταν υπαρκτές οι διασυνδέσεις με ξένα κέντρα, οικοδομημένα στο πλαίσιο των «παράλληλων» δικτύων του Ψυχρού Πολέμου (με συμβολή σε πλήθος «σκοτεινών» πλευρών της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας, από τη «στρατηγική της έντασης» στην Ιταλία μέχρι το «βαθύ κράτος» στην Τουρκία), αλλά γιατί η μονομερής επικέντρωση στον ξένο παράγοντα καταλήγει και αυτή, έστω και από άλλη διαδρομή, στο ίδιο σχήμα περί της «παρέκκλισης».

Γιατί το ίδιον της δικτατορίας δεν ήταν τόσο η τομή που αντιπροσώπευε σε σχέση με τη μετεμφυλιακή περίοδο, αλλά η συνέχεια. Γιατί όλα τα βασικά της στοιχεία, ο αντικομμουνισμός, ο βάναυσος αυταρχισμός, το πατριωτικό κιτς, η εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων, το μίσος για τη νεολαία, την τέχνη, τον πολιτισμό, εκπροσωπούσαν ακριβώς το ίχνος των νικητών του Εμφυλίου.

Και αυτό γιατί σε πείσμα μιας ρητορικής, που μάλιστα τη συναντάμε αρκετά συχνά να αναπαράγεται και στις μέρες μας, που προσπαθεί να παρουσιάσει την έκβαση του Εμφυλίου ως την τραγική αλλά παρ’ όλα αυτά αναγκαία  ήττα του «ολοκληρωτισμού» από τις δυνάμεις του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι ηττήθηκε οριστικά η χειραφετητική δυναμική που αναπτύχθηκε ήδη από την Κατοχή και κέρδισαν οι δυνάμεις που με τον ή τον άλλο τρόπο αντιστέκονταν για δεκαετίες στην κοινωνική αλλαγή.

Τα όρια του μετεμφυλιακού κράτους

Αυτή η αφετηρία μπορεί να εξηγήσει και τα όρια του μετεμφυλιακού κράτους. Τη συνύπαρξη ενός κουτσουρεμένου κοινοβουλευτισμού με τις εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων. Το «παρασύνταγμα» του θεσμοθετούσε τη διαρκή δίωξη των «μιασμάτων» που αντιμετωπίζονταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Την ανάδειξη του Στρατού σε κέντρο εξουσίας. Τις εκτεταμένες αρμοδιότητες της αστυνομίας, τα πανταχού παρόντα δίκτυα παρακολούθησης, τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων». Την καθαγίαση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Και κυρίως μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτή η πολιτική και θεσμική άρθρωση δεν μπορούσε να διαχειριστεί ούτε την κλιμάκωση των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, ούτε τη διάθεση πολιτικής αλλαγής και την απαίτηση να σπάσει το αυταρχικό πλαίσιο του «κράτους των εθνικοφρόνων».

Σε αυτό το φόντο, η δικτατορία παύει να φαντάζει μια εξαίρεση, αλλά πολύ περισσότερο μια αναπόφευκτη σχεδόν κατάληξη ενός ολόκληρου τρόπου συγκρότησης του κράτους, στις τυπικές του μορφές και στα άτυπά δίκτυά του. Αυτό μπορεί να δείξει ότι είχε πολύ πιο βαθιές ρίζες από αυτές στις οποίες παραπέμπει η έννοια της «παρέκκλισης» ή της «αφροσύνης». Όπως επίσης μπορεί να ερμηνεύσει και την αποδοχή που είχε από διάφορα συντηρητικά στρώματα, την υποστήριξη από οικονομικές ελίτ, τη συναίνεση σημαντικού τμήματος του δικαστικού σώματος, αλλά και τη σχετική σταθερότητα παρά τον ηρωισμό όσων αντιστάθηκαν. Και βέβαια επιτρέπει και την κατανόηση ενός διηνεκούς αναδρομικού μίσους για τον αντιδικτατορικό αγώνα σε συγκεκριμένα δίκτυα εντός των μηχανισμών καταστολής.

Η τομή της μεταπολίτευσης και το διακύβευμα της δημοκρατίας

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί το χαρακτήρα τομής που αντιπροσώπευσε η Μεταπολίτευση. Το ακριβώς αντίθετο: καταδεικνύει ότι χρειάστηκε το κύμα ριζοσπαστισμού που αποτυπώθηκε στο Πολυτεχνείο και η Κυπριακή Τραγωδία για να μπορέσει να καταρρεύσει όχι απλώς η χούντα αλλά και ένα ολόκληρο αυταρχικό μετεμφυλιακό πλαίσιο. Πράγμα που υπογραμμίζει ότι αυτό που συνηθίσαμε να προσδιορίζουμε ως  δημοκρατία δεν προήλθε απλώς ως η φυσιολογική εξέλιξη ενός θεσμικού εκσυγχρονισμού αλλά διαμορφώθηκε υπό το βάρος μιας βαθιάς κρίσης του καθεστώτος και μιας εισβολής του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο.  Και αυτό με τη σειρά του υποδηλώνει ότι οι δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα είναι πάντα σε μια ουσιώδη και καταστατική διακινδύνευση, όπως και ότι ιστορικά πρωτότυπες μορφές «παρέκκλισης» από τον δημοκρατικό κανόνα, αντιδημοκρατικής εκτροπής και αυταρχικής σκλήρυνσης μπορούν να αποτελέσουν τμήμα της ημερήσιας διάταξης, κάτι που δείχνει ότι κάποια από τα συνθήματα πρόσφατων κινητοποιήσεων δεν ήταν ακριβώς ανιστόρητα.

 

Αυτές και αυτοί που αντιστάθηκαν

Η εικόνα ότι σε πρώτη φάση η δικτατορία βρήκε μπροστά της «μουδιασμένα» και κάπως αποσυσπειρωμένα λαϊκά στρώματα και όχι μαζικές αντιδράσεις, πριν τη συσσώρευση των δυναμικών που θα οδηγήσουν στη νέα ανάδυση του φοιτητικού κινήματος, δεν αναιρεί τον ηρωισμό όσων διάλεξαν τον δρόμο της αντίστασης και την ανάγκη αυτή η ιστορία να γίνεται γνωστή. Ιδίως όταν μερικές δεκαετίες αργότερα ένας ορισμένος διωκτικός ζήλος αποπειράθηκε να αντιμετωπίσει τον αντιδικτατορικό αγώνα ως κοιτίδα της «τρομοκρατίας».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο