Οι πρόσφατες προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την επανεκκίνηση της οικονομίας κυρίως σχολιάστηκαν στο πλαίσιο μιας κλασικής πλέον επικοινωνιακής στρατηγικής που συνήθως περιλαμβάνει διάφορες λέξεις που επιλέγονται για την επιτελεστική λειτουργία τους περισσότερο και λιγότερο για το επικοινωνιακό φορτίο τους: «λεφτόδεντρο», «νταούλια» (αναφορά στις αγορές που θα χόρευαν υπό τους ήχους των συμπαθών κρουστών), «με έναν νομό και ένα άρθρο». Παρότι σε αυτή την επικοινωνιακή στρατηγική έχει συμβάλει αποφασιστικά και το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ανάλογου επιπέδου κριτική σε κυβερνητικές εξαγγελίες, θα άξιζε τον κόπο να δούμε λίγο περισσότερο τις συγκεκριμένες προτάσεις.

Η εγκατάλειψη του ριζοσπαστισμού

Η πρώτη διαπίστωση που μπορεί να γίνει αφορά το γεγονός ότι μια εξαγγελία με τίτλο την επανεκκίνηση της οικονομίας κυρίως επικεντρώνει  στα ζητήματα που αφορούν τις οφειλές προς το δημόσιο, το ιδιωτικό χρέος και τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Δηλαδή, απουσιάζει οποιαδήποτε πιο συνολική προσέγγιση της οικονομίας, οι προτάσεις βιομηχανικής πολιτικής ή μια συζήτηση για τους όρους χρηματοδότησης. Δεν υπάρχουν αναφορές σε ενίσχυση του δημόσιου τομέα της οικονομίας, σε πειράματα αυτοδιαχείρισης, στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, σε συνεταιριστικά εγχειρήματα. Δεν υπήρξε καν η αναφορά σε αυξήσεις των αποδοχών μισθωτών ως μοχλό για τη βελτίωση της θέσης του ή για την τόνωση της ζήτησης.

Παρότι δεν ήταν θέμα των εξαγγελιών, η παραδοχή του συνολικού πλαισίου χρηματοδότησης ήταν αυτή που αφορά, πέραν της φορολογίας, το νέο ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης.

Αυτά σημαίνουν ότι έχουμε να κάνουμε με προτάσεις για την οικονομία, υποτίθεται το πιο διαιρετικό σημείο ανάμεσα στην αριστερά και τη φιλελεύθερη κεντροδεξιά, που στην πραγματικότητα αποδέχονται το υπάρχον πλαίσιο.

Δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται ως ένα κόμμα διαχείρισης και όχι μετασχηματισμού και αυτό δεν αφορά μόνο την ουσία της πολιτικής του – κάτι που θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ισχύει ήδη από την τομή του καλοκαιριού του 2015 – αλλά ακόμη και τους συμβολισμούς. Και μάλιστα οι προγραμματικοί «συμβολισμοί» των μέτρων που δεν περιλήφθηκαν στην πρόταση για την επανεκκίνηση της οικονομίας ήταν περισσότεροι από αυτούς που μπορεί να απέπνεε η απουσία στελεχών όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιστεύει πια στις ανατροπές

Το σημείο αυτό έχει μια συνολικότερη σημασία. Κανονικά, μετά από μια τόσο βαθιά κρίση όπως αυτή στην οποία οδηγήθηκε η παγκόσμια οικονομία ως αποτέλεσμα των υγειονομικών μέτρων αλλά και μετά από μια τόσο τραυματική εμπειρία όπως αυτή της πανδημίας, θα περίμενε κανείς ένα κόμμα υποτίθεται της ριζοσπαστικής αριστεράς να προχωρά σε μια ολόπλευρη προγραμματική και ιδεολογική αντεπίθεση μιλώντας για τα όρια της αγοράς, αναδεικνύοντας την κεντρικότητα της κρατικής παρέμβασης, υπογραμμίζοντας την έκρηξη των ανισοτήτων και απαιτώντας ριζικό αναπροσανατολισμό πολιτικής.

Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Συναίνεσε στον πυρήνα της διαχείρισης της πανδημίας και μόνο το τελευταίο διάστημα διαφοροποιείται (σε μια ιδιότυπη σύμπτωση και με την κυβερνητική επιλογή μερικής διαφοροποίησης από τις κατευθύνσεις των επιδημιολόγων).Η κριτική του είναι κυρίως «ποσοτική» – περισσότερες ΜΕΘ, ελλείψεις, προσλήψεις – και «κλασσική αντιπολιτευτική». Έχει κατεβάσει τους τόνους της στρατηγικής αντιπαράθεσης, παρότι έχει μπροστά το Συνέδριο.

Αυτό στην πραγματικότητα ολοκληρώνει το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα αντιπολιτευόμενο κόμμα που διεκδικεί να καταλάβει τον χώρο της κεντροαριστεράς, χωρίς αμφισβήτηση της προτεραιότητας της αγοράς και της επιχειρηματικότητας στην οικονομία, και με συνειδητό περιορισμό του ιστορικού ορίζοντα σε αυτόν που ορίζουν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και κατευθύνσεις.

Και το παράδοξο είναι ότι αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου το διεθνές τοπίο είναι έως και πιο ευνοϊκό σε οικονομικές προτάσεις πέραν της ορθοδοξίας της λιτότητας, εάν κρίνουμε από τις μεγάλες εξαγγελίες του Τζο Μπάιντεν είτε για αύξηση της δημόσιας δαπάνης για τις υποδομές (σε συνέχεια των πολύ μεγάλων πακέτων για την τόνωση της οικονομίας), είτε για αύξηση της φορολογίας των εταιρικών κερδών.

Το στοιχείο αποτυπώνει ότι η εμπειρία των Μνημονίων ήταν για την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ κάτι πολύ παραπάνω από ένα οδυνηρό διάλειμμα απομάκρυνσης από τις αρχές της. Πολύ περισσότερο αποτέλεσε μια βίαιη αλλά αποτελεσματική όπως αποδείχτηκε «τελετή μύησης» στις αρχές του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» και στην προσαρμογή στη διαχείριση του υπάρχοντος.

Η στροφή στους μικρομεσαίους

Την ίδια στιγμή τα ίδια τα μέτρα που αποφάσισε να προτάξει ο ΣΥΡΙΖΑ παραπέμπουν επίσης σε έναν υπολογισμό που αφορά τις κοινωνικές συμμαχίες της κυβέρνησης.

Και αυτό γιατί μία από τις διαστάσεις που δεν έχουν συζητηθεί όσο θα έπρεπε τόσο της Έκθεσης Πισσαρίδη όσο και του τρόπου που σχεδιάζεται το Ταμείο Ανάκαμψης, μέσο του Σχεδίου «Ελλάδα 2.0», είναι η αλλαγή στόχευσης ως προς την ελληνική επιχειρηματικότητα.

Για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο θεωρείται ότι πρέπει να ενισχυθεί η αύξηση του μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων. Δηλαδή, να ενισχυθεί η τάση για μεγαλύτερες (και αναγκαστικά λιγότερες) επιχειρήσεις, με περισσότερους εργαζομένους και άλλη κλίμακα παραγωγής. Παρότι ούτως ή άλλως τα μεγάλα ευρωπαϊκά προγράμματα κατέτειναν σε αυτή την κατεύθυνση, εντούτοις για αρκετές δεκαετίες θεωρήθηκε ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ελληνικής επιχειρηματικότητας και μάλιστα αντιμετωπίστηκε ως κάτι εν τέλει θεμιτό.

Τώρα αυτό φαίνεται να αντιστρέφεται. Μορφές μικρής επιχειρηματικότητας προφανώς θα συνεχίσουν να υπάρχουν σε σημαντικό βαθμό και σε χώρους όπως οι start-ups στα πρώτα βήματα θα ενθαρρύνονται, αλλά η τάση προς μεγαλύτερη συγκέντρωση θα είναι από εδώ και πέρα ο κανόνας.

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό ήταν και μία διάσταση και των Μνημονίων αλλά και των πιέσεων σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια. Για παράδειγμα, η πίεση σε σχέση με τους πλειστηριασμούς επικέντρωσε σε μεγάλο βαθμό σε επιχειρηματικά δάνεια με ενέχυρο την πρώτη κατοικία.

Οι μικρομεσαίοι και τα «τυφλά σημεία» της επανεκκίνησης

Τώρα το ζήτημα της κατάστασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι στην πραγματικότητα και ένα από τα τυφλά σημεία της επόμενη μέρας για την ελληνική οικονομία. Αυτό έχει να κάνει με το ανοιχτό εκ των πραγμάτων ερώτημα πόσες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να «ξαναπάρουν εμπρός» όταν η οικονομία ανοίξει ξανά και σταματήσει η επενέργεια των ειδικών μέτρων που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα. Υπάρχει, δηλαδή, το ερώτημα εάν θα υπάρξει ένας μεγάλος αριθμός μικρών επιχειρήσεων που απλώς δεν θα ανοίξουν ξανά.

Σε αυτό προστίθεται και το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους. Γιατί μπορεί να συνηθίσαμε να το αντιμετωπίζουμε όλα τα προηγούμενα χρόνια υπό το βάρος κυρίως της επιβάρυνσης του τραπεζικού συστήματος από τα «κόκκινα δάνεια», όμως υπάρχει, ιδίως όταν η συγκυρία έχει διαμορφώσει και επιπλέον όγκο μη εξυπηρετούμενου ή δύσκολα εξυπηρετούμενου χρέους, και το ερώτημα του εάν μπορούν να επιβιώσουν μικρές επιχειρήσεις υπό το βάρος αυτού του χρέους.

Και αυτό είναι ένα ζήτημα οικονομικό αλλά και πολιτικό. Γιατί μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι σε μια συγκυρία μεταβατική όπως η σημερινή  ένας ορισμένος βαθμός «εκκαθάρισης» επιχειρήσεων είναι αναγκαίος για την αναδιάρθρωση της οικονομίας, όμως αυτό διαμορφώνει σημαντικές κοινωνικές ανακατατάξεις και μάλιστα σε κοινωνικές κατηγορίες ιδιαίτερα κρίσιμες για την πολιτική και εκλογική απήχηση της ΝΔ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να θέλει να κερδίσει πολιτικά από αυτή την «ένταση» στην κυβερνητική πρακτική της ΝΔ και πιθανώς αυτή να είναι η πολιτική στόχευση των εξαγγελιών του. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι συνολικότερο και αποτελεί ένα από εκείνα τα ζητήματα που συχνά μέσα στον επικοινωνιακό θόρυβο ενός ορισμένου τρόπου πολιτικής αντιπαράθεσης προσπερνιούνται.

Μόνο που για αυτό το πρόβλημα η κύρια ευθύνη αφορά και το γεγονός ότι εδώ και χρόνια οι πολιτικές ηγεσίες μιλούν για την οικονομία με επικοινωνιακούς όρους αποφεύγοντας τη συζήτηση για το παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο και τις πιο στρατηγικές πλευρές του, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του κοινωνικού τοπίου που προκρίνουν. Μόνο που η επικέντρωση απλώς στη εξασφάλιση γενικά χρηματοδοτικών πόρων, στοιχείων στο οποίο διαχρονικά επικεντρώνει η οικονομική πολιτική, κινδυνεύει να προσπεράσει ακριβώς αυτά τα στρατηγικά ερωτήματα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο