Στις 23 Μαρτίου του 1821, η Καλαμάτα γίνεται η πρώτη πόλη στον ελλαδικό χώρο που απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό.

Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι δεν χρειάστηκε να «πέσει» ούτε βόλι. Ο λόγος ήταν ότι ο βοεβόδας της Καλαμάτας, Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου, θέλοντας να αντιμετωπίσει ύποπτες κινήσεις Ελλήνων στην περιοχή, τις προηγούμενες ημέρες, ζήτησε τη βοήθεια των προκρίτων της Μάνης αγνοώντας, ότι στις 17 Μαρτίου εκείνοι είχαν υψώσει τη σημαία της Επανάστασης.

Χωρίς καλά καλά να το καταλάβει ο Αρναούτογλου είδε την Καλαμάτα να περικυκλώνεται από χιλιάδες ένοπλους Έλληνες.

Γράφει το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 28ης Οκτωβρίου 1930:

«Ο ίδιος ο βοεβόδας προσκάλεσε επίσημα το Μαυρομιχάλη μ’ όλη τη δύναμί του στην Καλαμάτα, να τον βοηθήση να χτυπήση τους “κλέφτες” που είχαν συναχθή στον Προφήτην Ηλία και φοβέριζαν την πολιτεία».

Πού να ΄ξερε ο Αρναούτογλου σε ποιους είχε προστρέξει για βοήθεια…

»Ήταν πανηγύρι αληθινό η εκστρατεία. Το άνθος της Μάνης ξεκίνησε, δύο χιλιάδες αρματωμένοι μ’ όλους τους οπλαρχηγούς τους. Όλες η μεγάλες φαμίλιες: Οι Μαυρκομιχάληδες, οι Καπετανάκηδες, οι Χρηστέηδες, οι Κουμουντουράκηδες, οι Κυβέλλοι. Και προ πάντων οι δυνατοί Τρουπάκηδες ή Μούρτζινοι».

Το άστρο του Κολοκοτρώνη

Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Γέρος του Μοριά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

«Στο δικό του μπουλούκι άστραφτε κι η μορφή του Κολοκοτρώνη: Ήταν πολεμικώτατη εμφάνισι με το κράνος, τη φλογάτη στολή του συντάγματος του δούκα της Υόρκης, την ώμορφη σέλα του, καλά σφιγμένη στο καμαρωτό άλογο που τούδωσε ο Μούρτζινος.

»Τα ψαρά μαλλιά του έπεφταν κυματιστά στους ώμους, το μάτι του έλαμπε, χαρούμενο κι ανυπόμονο, κάτω από το πυκνό φρύδι. Αέρας ασφάλειας και ήρεμης επιβολής φύσαγε απ’ όλη τη μορφή του. Πλάι του, ψηλός ξερακιανός, σβέλτος, ατσαλωμένος λεβεντονηός, καβαλλάρης, ο ανηψιός του Νικηταράς. Πριν ξεκινήσουν κάνουν μ’ ευλάβεια το σταυρό τους».

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της άφιξης των ελλήνων επαναστατών στα  υψώματα γύρω από την Καλαμάτα, ο Κολοκοτρώνης δείχνει τις ηγετικές του προθέσεις και ικανότητες.

«Όταν ο βοεβόδας, ο Αρναούτογλου, στέλνει το μπουλούμπασή του, στους συναγμένους οπλαρχηγούς, να μάθη τι γυρεύουν, ο Αναγνωσταράς, κλέφτης παληός, βγάζει την πιστόλα να τον σκοτώση. Ο Κολοκοτρώνης τον γλυτώνει. Πρέπει να τελειώνουν με κλέφτικα συνήθια. Εδώ αρχίζει πόλεμος εθνικός που πρέπει να σέβεται τους κήρυκες και τους απεσταλμένους».

Το πρωί της 23ης Μαρτίου, οι επαναστάτες εισήλθαν στην Καλαμάτα και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί. Ο τούρκος αγάς αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε καμία δυνατότητα αντίστασης παρέδωσε στους επαναστάτες, με πρωτόκολλο, την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό.

Την ίδια ημέρα, μπροστά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, οι ιερείς ευλόγησαν τα επαναστατικά λάβαρα και όρκισαν τους αγωνιστές.

Το συμβούλιο των οπλαρχηγών

Εκεί όμως που θα γίνει ξεκάθαρος σε όλους τους οπλαρχηγούς ο ρόλος που θα έπαιζε ο Κολοκοτρώνης στην επανάσταση που μόλις ξεκινούσε, ήταν το μεγάλο συμβούλιο των οπλαρχηγών που έγινε στην Καλαμάτα για να σχεδιαστεί η στρατηγική που θα ακολουθούσαν οι επαναστάτες.

«Ο Μαυρομιχάλης και οι άλλοι αρχηγοί άρχισαν να υποστηρίζουν τη γνωμή ότι έπρεπε να χτυπήσουν τα κάστρα της Μεσσηνίας πρώταμ να τα πολιορκήσουν, να τα πάρουν κι ύστερα να τραβήξουν για την Τριπολιτσά.

»Τότε ο Κολοκοτρώνης έδειξε πως είχε μυαλό στρατηγού κι ένοιωθε από πόλεμο. Τους είπε αμέσως ότι αυτός ο αγώνας στα άκρα ήταν, βέβαια, πιο εύκολος, γιατί θ’ απαντούσε μικρότερη αντίστασι, αλλά πολύ επικίνδυνος από γενικώτερη άποψι:

»Θ’ απασχολούσε πολλούς στρατιώτες η πολιορκία των μεσσηνιακών κάστρων, ενώ με μικρές δυνάμεις θα μπορούσαν απλώς να τα επιτηρούν. Αν σκόρπιζαν τώρα τα στρατεύματα, τούς είπε, για να πολιορκήσουν αυτά τα κάστρα, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς, ελεύθεροι και αστενοχώρητοι, θα μπορούσαν να μεταφέρουν στρατό, από το κέντρο αυτό, σ’ όποιο σημείο του Μωρηά ήθελαν και όχι μόνο να λύσουν μία-μια της πολιορκίες των κάστρων της Μεσσηνίας, αλλά και να σβύσουν ολότελα την επανάστασι.

»Τους είπε ακόμα ότι αν πολιουρκούσαν την Τριπολιτσά, θα ήταν, βέβαια, η δουλειά τους δυσκολώτερη, αλλά θα κρατούσαν το Μωρηά ελεύθερο, περιορίζοντας εκεί τους Τούρκους. Ότι τ’ άλλα φρούρια δε θάχαν να περιμένουν βοήθεια και θάπεφταν ευκολώτερα και ότι τέλος από την Τριπολιτσά θα μπορούσαν να διευθύνουν καλλίτερα τον αγώνα σ’ όλο το Μωρηά»

Με άλλα λόγια ο Κολοκοτρώνης καλούσε τους οπλαρχηγούς να ξεκινήσουν τον αγώνα επιχειρώντας να καταφέρουν άμεσα ένα ισχυρό πλήγμα στην κεντρική αρτηρία των Οθωμανών στην Πελοπόννησο, την Τριπολιτσά. Οι περισσότεροι όμως οπλαρχηγοί διαφωνούν.

«Δεν τον ένοιωθαν. Υποστήριζαν μ’ επιμονή την ιδέα του, να χτυπήσουν πρώτα τα μεσσηνιακά φρούρια. Είτε γιατί αλήθεια φοβόντουσαν μη βάλουν οι Τούρκοι της Μεσσηνίας μαχαίρι στους πληθυσμούς.

»Είτε γιατί αλήθεια φοβόντουσαν μη βάλουν οι Τούρκοι της Μεσσηνίας μαχαίρι στους πληθυσμούς. Είτε γιατί προτιμούσαν προχειρότερα, γειτονικώτερα λάφυρα. Είτε γιατί δεν ήθελαν να παραδεχθούν τη γνώμη του για πιο σωστή, για να μη του δώσουν έτσι μεγάλο κύρος».

Ξεκινούσε έτσι η πρώτη μεγάλη διαμάχη μεταξύ του Κολοκοτρώνη και των υπόλοιπων οπλαρχηγών για το ποια στρατηγική θα ακολουθούσαν οι Έλληνες. Μια διαμάχη στην οποία ο Κολοκοτρώνης δεν είχε σκοπό να κάνει πίσω.

– Αν δεν μου δώσετε βοήθεια, από τούτο το στράτευμα, πάει καλά!
Ειδεμή φεύγω μονάχος μου για το κέντρο!»

Βασική πηγή του κειμένου αποτελεί το Ιστορικό Αρχείο των εφημερίδων «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο