Ηδιαδικασία των εσωκομματικών εκλογών στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει επώδυνη, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τις παθογένειες του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που είχαν καλυφθεί στα χρόνια της δικής του διακυβέρνησης. Στην πραγματικότητα, από το 2012, όταν στην Κουμουνδούρου είδαν τα ποσοστά τους σε δυσθεώρητα επίπεδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα που οι ψηφοφόροι που απέκτησε δεν είχαν – και πολλοί δεν ήθελαν να έχουν – καμία σχέση μαζί του. Η λεγόμενη κομματική βάση εκπροσωπούσε ένα κόμμα του 3% και πέραν αυτού η εκλογική δύναμή του αποτελούσε ένα συγκυριακό φαινόμενο – μέσα στην εξαλλοσύνη της μνημονιακής περιόδου. Το 2015 ο Αλέξης Τσίπρας αναρριχήθηκε στην εξουσία, με ένα κόμμα απροετοίμαστο όχι μόνο να κυβερνήσει, αλλά και να αντιληφθεί τις προσδοκίες των ψηφοφόρων του. Hταν από τότε εμφανές ότι η μαζική αντίδραση στα Mνημόνια δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία που θα έχει διάρκεια.

Oταν η τάξη αποκαταστάθηκε, ο Τσίπρας έμεινε με τον Καμμένο, επιδιώκοντας να εκπροσωπήσει, πλέον ως ένα νέο εξουσιαστικό σύστημα, τον αριστερό χώρο. Μόνο που το κοινό του παρέμενε αχαρτογράφητο ακόμη και μετά τις κάλπες του 2019. Το 32% που θεωρούν στην Κουμουνδούρου ότι αποτελεί τη νέα αφετηρία τους εξακολουθεί να παραμένει μακριά από τον μικρόκοσμο του ΣΥΡΙΖΑ και εξ αυτού του λόγου πρόκειται για μία εκλογική μάζα ευμετάβλητη. Με παλαιότερους όρους, δεν υπάρχει για τον ΣΥΡΙΖΑ μια «μπετοναρισμένη» βάση – κι αν υπάρχει, κινείται σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά. Η δημοσκοπική εικόνα που έχει αρχίσει να παγιώνεται, άλλωστε, καθηλώνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε ποσοστά πέριξ του 22%, φανερώνει ότι ακόμη και η εκλογική δύναμη του 2019 ενδεχομένως να αποτελεί σήμερα έναν μακρινό στόχο για τον Τσίπρα. Oχι τόσο γιατί η αντιπολιτευτική συνταγή δεν λειτουργεί ή γιατί ο έβδομος όροφος της Κουμουνδούρου δείχνει να μην έχει πυξίδα, αλλά κυρίως επειδή τα συστατικά του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σκηνικό κανονικότητας δεν βρίσκουν πρόθυμο ακροατήριο. Τουλάχιστον όχι τόσο, ώστε να προαναγγέλλεται μια κυβερνητική επιστροφή.

Είναι σαφές ότι τα αντιδεξιά ανακλαστικά χαρακτηρίζουν την εκλογική βάση, αλλά όχι στο σύνολό της. Πολλοί που ψήφιζαν διαχρονικά ΠΑΣΟΚ και καταγράφουν τη ιστορική διαδρομή του στον αντίποδα της συντηρητικής παράταξης, θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ ως αναπόφευκτο σταθμό για να παραμείνουν στην ίδια πλευρά του δρόμου. Η βάση του 3%, ωστόσο, γαλουχήθηκε σε μια αντι-πασοκική ρητορική που εξακολουθεί να αφήνει το αποτύπωμά της και να προκαλεί παρενέργειες, ενώ δίπλα της έχει συνταχθεί και ένα κοινό που είχε ακροβολιστεί την περίοδο 2010-15 και στο παρελθόν βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τον λεγόμενο προοδευτικό χώρο. Υπό μία έννοια, είναι η κληρονομιά που άφησε στον ΣΥΡΙΖΑ η τετραετής συγκατοίκηση με τον Καμμένο.

Η χαώδης απόσταση ανάμεσα στην κομματική βάση και την εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται και στις εσωκομματικές κάλπες, μέσα από τις οποίες το νεοφερμένο στελεχικό δυναμικό αναζητεί χώρο και ρόλο. Η αντίδραση των παλαιότερων είναι αναμενόμενη και κατανοητή – και πιθανότατα συνδέεται με πολλά παρατράγουδα της περιόδου που συνοδεύουν τη γενικότερη πολιτική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και οι προκλητικές δηλώσεις του Θοδωρή Δρίτσα για τη 17Ν ή η αμήχανη αντιμετώπιση από την Κουμουνδούρου της υπόθεσης Κουφοντίνα αποτελούν απόνερα της μάχης του 3% που ελέγχει τις κομματικές δομές με την εκλογική δεξαμενή του 32%, η οποία κινείται πέραν ενός ιδιότυπου ριζοσπαστισμού και μιας αριστερής ιδεοληψίας – που τροφοδοτούν διαχρονικά την εικόνα μιας αυθεντίας, η οποία μιλάει με έπαρση εν ονόματι του κοινωνικού όλου. Παραμένει ζητούμενο εάν μέσα από τις κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ και το προσεχές Συνέδριο προκύψει μια ώσμωση που θα οδηγήσει σε ένα κόμμα νέου τύπου, το οποίο θα μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Σε διαφορετική περίπτωση, πάντως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με την απότομη άνοδο και την επαναφορά στις φυσικές του διαστάσεις, θα αποδειχθεί σημείο των καιρών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο