[…] Οι τρομοκράτες δεν εισέρχονται στην ιστορία παρά μόνον ως άγιοι, ήρωες ή φυσικά φαινόμενα. Τα υπόλοιπα αφορούν την αστυνομία και τις τύψεις μας. Η απόπειρα όμως του Τζόις να ναρκοθετήσει τις ασφάλειες, τις ενοχές και τη συλλογική μας ύπνωση περιόρισε αποτελεσματικά τα παραδοσιακά μας τεχνάσματα: οι έξοδοι κινδύνου οδηγούν πάλι στον ίδιο λαβύρινθο της ιστορικής μας απόγνωσης. Πώς λοιπόν να αντιμετωπίσει κανείς έναν τέτοιο πολυμήχανο, διορατικό και ασυμβίβαστο αντίπαλο που σχεδόν μας αφαιρεί το δικαίωμα να τον πλησιάσουμε ως αναγνώστες και μας προκαλεί να τον διαβάσουμε ακούγοντας (το τέλος της γραφής μέσω της γλώσσας), δηλαδή να αφήσουμε ανικανοποίητη την κατακτητική αναγνωστική μας βουλιμία;

…nay, condemned fool, anarch, egoarch, hiresiarch,

you have reared your disunited kingdom on the vacuum

of your own most intensely doubtful soul.

Στον προθάλαμο του Finnegans Wake συνωστίζονται σοφοί μελετητές, περίεργοι ερμηνευτές, στοχαστικοί αναλυτές, πολύγλωσσοι σχολιαστές, πολυμαθείς γραμματολόγοι και γραμματικοί – όλες οι ταξιαρχίες των κυνηγών του νοήματος, αλλά όχι αναγνώστες· αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν στο κατώφλι του «έργου», ανήσυχοι, θυμωμένοι ή αδιάφοροι με την αλαζονεία του φανταστικού κλειδοκράτορα. Σκανδαλωδώς, το «έργο» αυτό είναι ίσως το μοναδικό «αριστούργημα» που αρνήθηκε την «τέχνη» και τους αναγνώστες του, και παρ’ όλα αυτά προσκαλεί πάντα σε (ή υπενθυμίζει την) ανάγνωση καθιστώντας την ακατόρθωτη, δηλαδή απεριόριστη.

Το ξύπνημα του Τζόις έκανε τον ύπνο μας αδύνατο προτείνοντας την ατελεύτητη υπονόμευση του νοήματος, την ακάματη γλωσσική εγρήγορση, την απόλυτη βία της αγρύπνιας: «Ο ιδανικός αναγνώστης που πάσχει από ιδανική αϋπνία». Όσοι ανησυχούν για τη λογοτεχνία και την παράδοσή της δικαιολογημένα νιώθουν να συνθλίβονται από τον εφιάλτη της γραφής μετά την ολονυχτία του Τζόις.

[…] Ο Τζόις περιφέρεται ακόμη ανάμεσά μας ασύλληπτος κι επικίνδυνος, διφορούμενος μυκτηριστής, παρεπίδημος αιρεσιάρχης, έναγχος ανιχνευτής, εξτρεμιστής της γλώσσας και του λόγου.

[…] Μετά τον Νίτσε πώς μπορεί να είναι κανείς σύγχρονος; Μετά τον Τζόις πώς μπορεί να είναι κανείς μοντέρνος; Οι ερωτήσεις δεν είναι ρητορικές αλλά τροπικές, δηλαδή δεν επισημαίνουν αδιέξοδα αλλά αναζητούν μεθόδους. Μετά τη συντριπτική επίδραση που είχε το τόλμημα του Τζόις στη γλωσσική μας πίστη πώς μπορούμε να επιστρέψουμε στη γλώσσα σαν καταξιωμένοι μάρτυρες; Όσοι ακόμη δεν έχουν συνέλθει από το σοκ επιμένουν να γλωσσοδιφούν επιδιώκοντας την υπέρβαση του προβλήματος με την παρωδία της γραμματικής. Επιστρατεύοντας λεξιμαγείες, λεξιλαγνείες, λεξιθηρίες και λεξιπλασίες υποκαθιστούν το λόγο με τη λέξη: παίζουν σκάκι κι ονειρεύονται τάβλι.

Τα τόσο συνηθισμένα φαινόμενα της γλωσσαλγίας, γλωσσαναλγίας και γλωσσασέλγειας θεωρούνται συμπτώματα υπαρξιακού διχασμού και έντασης, ενώ είναι απλώς γραμματοκαπηλείες.

[…] Είναι ευτύχημα ότι το έργο του Τζόις παραμένει αμέτοχο στη γραμματική καπηλεία, αλλά διαθέσιμο στην εμπρηστική γραφή και στην παράνομη γλωσσική πολιτική.

Εδώ ο χρονογράφος παραιτείται και αποσύρεται.

Όποιος θέλει να συνεχίσει το παιχνίδι ας ξαναθέσει το ερώτημα:

Ποιος φοβάται τον Τζέιμς Τζόις;

Ποιος άραγε και γιατί;

*Αποσπάσματα από εξαίρετο κείμενο του Δημήτρη Δημηρούλη με τίτλο «Ποιος φοβάται τον Τζέιμς Τζόις;» («Χάρτης», τχ. 3, Νοέμβριος 1982, σ. 294-298).

Ο συγγραφέας Τζέιμς Τζόις (James Augustine Aloysius Joyce) γεννήθηκε σε προάστιο του Δουβλίνου στις 2 Φεβρουαρίου 1882 και απεβίωσε στη Ζυρίχη στις 13 Ιανουαρίου 1941.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο