Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι περισσότεροι ειδικοί τέχνης των Ναζί που συμμετείχαν στο πλιάτσικο εις βάρος των Εβραίων είτε είχαν ήδη πεθάνει, είτε ζούσαν ήσυχες αόρατες ζωές. Δεν ίσχυε το ίδιο όμως και για τον Μπρούνο Λόζε, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως σύμβουλος τέχνης στο πλευρό του Αντικαγκελάριου του Γερμανικού Ράιχ, Χέρμαν Γκέρινγκ, του δεξιού χεριού του Χίτλερ.

Η πρώτη συνάντηση

Το 1998, ένας ελληνοαμερικανός καθηγητής ιστορίας στο Claremont McKenna College, ο Τζόναθαν Πετρόπουλος, γνώρισε τον Λόζε στο Μόναχο. Ο Λόζε, ένας τεράστιος άνδρας που χαρακτηριζόταν από μια «ακατανίκητη υπεροψία», όπως γράφει ο Πετρόπουλος, δέχτηκε να μοιραστεί με τον ερευνητή τις ιστορίες του από τον πόλεμο. Έκτοτε και επί εννιά χρόνια, θα συναντιόντουσαν περισσότερες από είκοσι ακόμη φορές.

Πετρόπουλος και Λόζε στην πρώτη τους συνάντηση

Στις συναντήσεις τους, ο Λόζε συχνά έβγαζε ένα κουτί με παλιές φωτογραφίες και αναμνηστικά, αφήνοντας τον Πετρόπουλο να τις κοιτάξει και να τον βομβαρδίσει με ερωτήσεις. Όταν ο Λόζε πέθανε πλήρης ημερών, σε ηλικία 96 ετών, το 2007, κληροδότησε το κουτί στον Πετρόπουλο που το αξιοποίησε ως πρωτογενές υλικό για το νέο του βιβλίο: «Göring’s Man in Paris: The Story of a Nazi Art Plunderer and His World» που κυκλοφόρησε αυτό το μήνα από το Yale University Press.

Μια περίπλοκη σχέση

Κάθε σχέση μεταξύ ενός πανεπιστημιακού που αναζητά πληροφορίες και ενός πρώην ναζί είναι καταδικασμένη να είναι περίπλοκη, και ο Πετρόπουλος ξεκαθαρίζει ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου του ότι δεν είχε σκοπό να γίνει φίλος με τον Λόζε. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι «σύντομα εκτίμησε τη γοητεία του» και κατέληξε να απολαμβάνει τις συναντήσεις τους, που του έδωσαν πρόσβαση σε έναν χαμένο κόσμο.

«Πάντα προσπαθούσα να κρατάω μια κάποια απόσταση και πάντα υπήρχε η αίσθηση ότι παίζαμε ένα παιχνίδι γάτας και ποντικού», δήλωσε ο Πετρόπουλος σε συνέντευξή του τον περασμένο μήνα. «Αυτό το παιχνίδι έγινε ελαφρώς πιο ζωηρό με την πάροδο του χρόνου, είχε έναν χαρακτήρα κυνηγητού».

Στο βιβλίο του, αναλύει την αξία αυτών των συζητήσεων.

«Τα ίχνη που άφησαν στο χαρτί αυτοί οι λαφυραγωγοί τέχνης, όπως συνέβη με τις περισσότερες φιγούρες «δεύτερης κατηγορίας» της ναζιστικής Γερμανίας, χάθηκαν μετά τις ανακρίσεις τους και την αποναζιστικοποίηση στα τέλη της δεκαετίας του 1940», γράφει ο Πετρόπουλος. «Η προφορική ιστορία του Λόζε και άλλων πρώην ναζιστών προσφέρουν έναν από τους ελάχιστους τρόπους που έχουμε στη διάθεσή μας για να αναδομήσουμε τις μεταπολεμικές εμπειρίες αυτού του σιναφιού».

Ο Πετρόπουλος χρησιμοποίησε μέρος του υλικού του και σε προηγούμενο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 2000, με τίτλο «he Faustian Bargain: The Art World in Nazi Germany» και, όταν στα γεύματά του προέκυπταν δυνητικά ενοχοποιητικές πληροφορίες, γράφει ότι τις κοινοποιούσε στο FBI και σε ειδικούς αποκατάστασης που εργάζονταν σε οργανισμούς όπως το Art Loss Register. Το νέο του βιβλίο εστιάζει ακόμη πιο έντονα στον Λόζε, ως προσωπικότητα αλλά και ως άξονα από τον οποίο εκκινεί η εξερεύνηση ενός δικτύου εμπόρων έργων τέχνης, συλλεκτών και επιμελητών μουσείων που συνδέθηκαν με το ναζιστικό πλιάτσικο, τόσο στη διάρκεια όσο και μετά τον πόλεμο.

«Νομίζω ότι από κάποια στιγμή και μετά αισθάνθηκε πιο άνετα και πιο ασφαλής», εξηγεί ο Πετρόπουλος. «Δεν ξέρω αν μου ανοίχτηκε ποτέ πολύ, όμως πάντα κατάφερνα να μάθω μερικές αποσπασματικές πληροφορίες από εκείνον».

Ο Λόζε φυλακίστηκε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η υπόθεσή του διερευνήθηκε. Δικάστηκε και αθωώθηκε στη Γαλλία το 1950.

Το δεξί χέρι του Γκέρινγκ

Το βιβλίο-ορόσημο του Λιν Νίκολας για τις λεηλασίες του Τρίτου Ράιχ, «The Rape of Europa», που κυκλοφόρησε το 1994, αντμετωπίζει τον Λόζε ως έναν από τους πολλούς συμβούλους που εργάζονταν για τα SS στο Παρίσι και έλεγχαν τις «ανταλλαγές» σύγχρονης τέχνης (την οποία οι ναζί χαρακτήριζαν «έκφυλη») με έργα των κλασικών ζωγράφων που εκτιμούσαν. Στο βιβλίο του Πετρόπουλου, εμφανίζεται ως ένας από τους κυριότερους δορυφόρους του Γκέρινγκ, σε ένα ηλιακό σύστημα που περιλάμβανε ναζιστές εμπόρους τέχνης όπως ο Αλόις Μιντλ, ο Βάλτερ Αντρέας Χόβερ, η Μαρία Άλμας Ντίτριχ και ο Καρλ Χάμπερστοκ.

Ο Πετρόπουλος υποστηρίζει ότι ο Λόζε δεν ήταν μόνο σημαντικός για τις λεηλασίες του Γκέρινγκ, αλλά έκλεψε και μια σειρά από έργα για τον εαυτό του, κρατώντας ορισμένα κρυμμένα μέχρι και τον θάνατό του. Σύμφωνα με τον Πετρόπουλο, ο Λόζε ενεπλάκη προσωπικά στο άδειασμα εβραϊκών σπιτιών και περηφανευόταν σε γερμανό αξιωματικό ότι είχε ξυλοκοπήσει μέχρι θανάτου τους εβραίους ιδιοκτήτες των έργων «με τα ίδια του τα χέρια».

Ο Λόζε συνέχισε να εμπορεύεται έργα τέχνης στη δεκαετία του 1950, με νέα βάση του το Μόναχο, όπου και άλλοι πρώην ειδικοί τέχνης των Ναζί είχαν αρχίσει και πάλι τις «δουλειές» τους, πωλώντας έργα σε κυρίως εντός ενός «κύκλου εμπιστοσύνης» στη Γερμανία και την Ελβετία.

Η εμπλοκή του ΜΕΤ

Τα δίκτυα αυτά συνδέθηκαν πολλές φορές με τον ευρύτερο καλλιτεχνικό κόσμο. Ο Πετρόπουλος στέκεται σε μια ιδιαιτέρως περίπλοκη σχέση που διατηρούσε ο Λόζε με τον Θίοντορ Ρουσώ, έναν πρώην αξιωματικό στη Μονάδα Έρευνας της Λεηλασίας Τέχνης των ΗΠΑ, ο οποίος αργότερα έγινε αναπληρωτής διευθυντής του Metropolitan Museum of Art. Ο Πετρόπουλος αναπαράγει αποσπάσματα της αλληλογραφίας των δύο ανδρών σε βάθος 25 ετών, την οποία άντλησε από τα ίδια τα αρχεία του ΜΕΤ, και τα οποία δείχνουν ότι οι δύο άνδρες διατηρούσαν μια φιλική επαγγελματική σχέση.

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Ρουσώ αγόρασε έργα από τον Λόζε. «Πριν το 1959, ο Ρουσώ είναι πιθανό να χρησιμοποιούσε τον Λόζε για να αντλήσει πληροφορίες, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να εντοπίσει κλεμμένα έργα», εξηγεί ο Πετρόπουλος, «όμως πολλά είχαν αλλάξει μέχρι τη δεκαετία του 1960, με τη σχέση τους να γίνεται πιο προσωπική και φιλική. Δεν έχουμε πλήρη εικόνα, όμως μπορούμε να διακρίνουμε την κορυφή του παγόβουνου. Συγκέντρωσα όσα μπορούσα, και ελπίζω ότι άλλοι ερευνητές θα συνεχίσουν την προσπάθεια».

Εκπρόσωπος του MET δήλωσε σε e-mail προς τους Times της Νέας Υόρκης ότι τα αρχεία του Μουσείου περιλαμβάνουν περίπου 30 επιστολές μεταξύ του Λόζε και του Ρουσώ, έξι εκ των οποίων χρονολογούνται στο διάστημα 1952 έως 1969. Περιγράφει τις επιστολές ως «γενικώς σύντομες, ευγενικές και επαγγελματικές ως προς το ύφος τους», και σημειώνει ότι το ΜΕΤ ποτέ δεν προμηθεύτηκε έργα τέχνης από τον Λόζε.

Πλησιάζοντας πιο κοντά από ό,τι θα έπρεπε

Από την έρευνα του Πετρόπουλου προκύπτει το πορτραίτο μιας χαρισματικής και εγκληματικής προσωπικότητας που «λέρωνε» όποιον ακουμπούσε. Εξερευνά τις περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στους ναζιστές εμπόρους και στους άλλους συμμετέχοντες στο εμπόριο τέχνης.

Η ανατροπή αυτής της ερευνητικής προσπάθειας, όμως, φτάνει όταν ο Πετρόπουλος συνειδητοποιεί ότι έχει και ο ίδιος μπλέξει σε αυτόν τον ιστό. Το 2000, ενεπλάκη σε έρευνα για το «Fischer Pissaro» μια σκηνή από τους δρόμους του Παρισιού δια χειρός Καμίλ Πισαρό, που είχε κλαπεί από το σπίτι μιας επιφανούς οικογένειας Γερμανοεβραίων της Βιέννης και η οποία πωλήθηκε σε δημοπρασία το 1940.

Οι κληρονόμοι του έργου υποψιάζονταν κάποια σύνδεση του Λόζε με την υπόθεση και έτσι έφτασαν μέχρι τον Πετρόπουλο, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Με την υποστήριξη ενός πρώην βοηθού του Λόζε, του εμπόρου έργων τέχνης Πέτερ Γκρίμπερτ, ο Πετρόπουλος εντόπισε το έργο σε ιδιωτικό ίδρυμα στο Λίχτενσταϊν. Όμως αποδείχθηκε –προς έκπληξή του, όπως γράφει- ότι το ίδρυμα ανήκε στον… Λόζε. Δεν είναι βέβαιο πώς το έργο έφτασε στον Λόζε.

Ο πίνακας που έβαλε τον Πετρόπουλο σε περιπέτειες

Κατηγορίες και μια παραίτηση

Αυτή η «περιπέτεια» όπως την αποκαλεί ο Πετρόπουλος σε άρθρο των Times του Λος Άντζελες, έκανε τους κληρονόμους να τον κατηγορήσουν ότι τους εκβιάζει για να πάρει μερίδιο του κέρδους από την πιθανή πώληση. Ποτέ δεν διώχθηκε για ένα τέτοιο έγκλημα, όμως παραιτήθηκε από τη θέση του ως διευθυντή του Κέντρου για τη Μελέτη του Ολοκαυτώματος, τη Γενοκτονία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Claremont McKennna.

Το κολέγιο, σε ανακοίνωσή του, ανέφερε ότι πραγματοποίησε έρευνα και διαπίστωσε ότι ο Πετρόπουλος «συμμορφώθηκε στις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις του» ενώ επιχειρούσε να συμβάλει στην ανάκτηση του πίνακα. Ο Πετρόπουλος εξακολουθεί να είναι μέλος του προσωπικού του κολεγίου, ενώ παραδέχεται ότι πιθανώς δεν θα έπρεπε να έχει εμπλακεί στην υπόθεση. Στο βιβλίο του αναφέρει ότι ποτέ δεν κέρδισε χρήματα από την ανάκτηση. «Προσπαθούσα να βοηθήσω και να επιτύχω την επιστροφή του, όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν», σημειώνει.

«Για μένα, η μεγαλύτερη ηθική πρόκληση προέκυψε από το αμοιβαίο αίσθημα ενός είδους φιλίας που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της σχέσης μου με τον Λόζε, γράφει ο Πετρόπουλος. «Του είπα με καθαρά ότι οι πράξεις του στη διάρκεια του πολέμου ήταν καταδικαστέες και με κανένα τρόπο δεν θα τις δικαιολογούσα. Δεν φάνηκε να τον ενοχλεί αυτή η δήλωση-μάλιστα τον έκανε να χαμογελάσει».

Πηγή: New York Times

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο