Ο τίτλος είναι κλεμμένος, ή έστω δανεικός. Τον χρησιμοποίησε ο Τζορτζ Οργουελ σε ένα μικρό δοκίμιο του 1946 («Why I Write», Gangrel).

Ο Οργουελ φυσικά δεν ήταν ένας τυπικός δημοσιογράφος. Αλλά το ερώτημα παραμένει διαρκές για όποιον γράφει και κυρίως για όποιον γράφει στον Τύπο.

Γιατί γράφουμε, λοιπόν; Η πιο εύλογη απάντηση είναι ότι γράφουμε γιατί αυτή είναι η δουλειά μας. Επαγγελματικά εννοώ.

Αλλά δεν είναι το μόνο κίνητρο. Επικαλούμαι πάλι τον Οργουελ που έλεγε (σε άλλη περίπτωση) ότι γράφει «επειδή υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω να εκθέσω, κάποιο γεγονός στο οποίο θέλω να τραβήξω την προσοχή και αρχική μου έγνοια είναι να ακουστώ».

Θα συμφωνήσω στα δύο πρώτα. Δεν είμαι βέβαιος για το τρίτο.

Υποθέτω πως όλοι θέλουν με κάποιον τρόπο να ακούγονται. Είτε γράφουν, είτε δεν γράφουν. Είτε είναι δημοσιογράφοι, είτε απλοί χρήστες των social media.

«Εκανα απλώς αυτό που κάνω μια ολόκληρη ζωή: έλεγα τη γνώμη μου» γράφει με καλοκάγαθη ειλικρίνεια ο λαμπρός συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος («Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω», Μεταίχμιο, 2020).

Η δημοσιογραφία όμως δεν είναι απλώς ένας τρόπος να λες τη γνώμη σου. Ενδεχομένως είναι και αυτό, αλλά οριακά. Αλλωστε από γνώμες ο καθένας έχει κι από μια, θα έλεγε ο Κλιντ Ιστγουντ.

Αναγκάζομαι να το σημειώσω επειδή οι επιθέσεις που δέχεται ο Τύπος έχουν φτάσει να κινούνται μεταξύ υστερίας, εμπάθειας και μεθόδευσης.

Είναι φθόνος απέναντι σε εκείνον που ακούγεται; Ή μνησικακία απέναντι σε κάποιον που δεν καταλαβαίνεις γιατί η φωνή του μετράει περισσότερο από τη δική σου;

Αν είναι έτσι, λάθος εντύπωση.

Κανείς δημοσιογράφος δεν ακούστηκε ποτέ τόσο ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τις βασικές αρχές της ισηγορίας. Κανείς δημοσιογράφος δεν άσκησε ποτέ την εξουσία ή την επιρροή που του αποδίδεται. Μόνο ψώνια μπορούν να τα πιστεύουν αυτά.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, είχαμε στην Ελλάδα μια ευσυνείδητη πλευρά της επαγγελματικής δημοσιογραφίας που προσπαθούσε να επισημάνει τις συνέπειες της χρεοκοπίας, να αναλύσει τους κινδύνους του τυχοδιωκτισμού και να παρουσιάσει όσο ακριβέστερα γίνεται τα δεδομένα για την πορεία της χώρας.

Είχαμε κι έναν δημοσιογραφικό υπόκοσμο, αστοιχείωτο κι ασυνείδητο, που εμπορευόταν αγανάκτηση και θυμό στο μοτίβο «πουτάνα όλα».

Οι πρώτοι είχαν δίκιο, αποδείχτηκε τελεσίδικα και μετά την κωλοτούμπα Τσίπρα το 2015.

Αλλά οι δεύτεροι έπαιρναν το χειροκρότημα της γαλαρίας. Ξέρετε γιατί; Επειδή ο κόσμος ήθελε να κραδαίνει κρεμάλες και να ακούει πως το Μνημόνιο «θα καταργηθεί με έναν νόμο και ένα άρθρο».

Ημουν με τους πρώτους. Κι αν ήταν να πάμε από την αρχή, το ίδιο θα έκανα. Εξακολουθώ να πιστεύω πως ήταν μια από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας. Αλλά όσο κι αν ακουγόμασταν, δεν καταφέραμε να πείσουμε το ακροατήριο.

Το ακροατήριο ήθελε φωνή και συμπόνια, όχι ενημέρωση.

Μια μυθική μορφή της αμερικανικής δημοσιογραφίας, ο Μπεν Μπράντλι, έλεγε ότι «δεν δημοσιεύουμε την αλήθεια, δημοσιεύουμε αυτά που ξέρουμε». Απλώς έχουμε να κάνουμε με κάθε λογής ανισόρροπο που νομίζει ότι ξέρει την αλήθεια και βρίζει τους δημοσιογράφους ότι την κρύβουν.

Δεν με απασχολεί εδώ ο Τύπος και η δημοσιογραφία γενικά. Πιστεύω ότι κάθε δημοσιογράφος και κάθε μέσο κουβαλούν το βάρος της απόδειξης. Της επάρκειας, της ποιότητας, της ικανότητας ή της ανικανότητάς τους.

Δεν γράφουμε όλοι μαζί. Δεν μας διαβάζουν όλους μαζί. Ούτε είμαστε όλοι μαζί δημοσιογράφοι.

Ποιοι είναι άλλωστε οι «εχθροί της δημοσιογραφίας»;

– Είναι όσοι θέλουν να μονοπωλήσουν ή να ελέγξουν τον δημόσιο διάλογο και την ενημέρωση. Το ζήσαμε με την προηγούμενη κυβέρνηση.

– Είναι εκείνοι τους οποίους η δημοσιογραφία ξέρασε. Θέλουν να πιστεύουν πως δεν απέτυχαν εκείνοι αλλά η δημοσιογραφία και πως όσοι πέτυχαν το κατάφεραν με άνομες μεθόδους.

Αν οι πρώτοι είναι επικίνδυνοι, οι δεύτεροι φαίνονται γραφικοί. Δεν είναι τυχαίο πως από τον «δημοσιογραφικό στρατό» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ελάχιστους είχαμε ακούσει πριν από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Βγήκαν από την ανωνυμία, όπως έβγαιναν από τη ζούγκλα τα μαυροντυμένα φανατικά ανθρωπάκια του Πολ Ποτ. Είδαμε ξαφνικά μπροστά μας ένα προσωπικό από τα πανέρια. Κι εκεί επέστρεψαν.

Αλλά ας τους αφήσουμε στη λήθη. Το ερώτημα παραμένει γιατί γράφουμε εμείς.

Οσο κι αν ψάξω, η εξήγηση ότι «γράφουμε επειδή είναι η δουλειά μας» μου φαίνεται η πιο έντιμη κι η πιο ειλικρινής.

Ξέρετε γιατί; Επειδή είναι η πιο υγιής. Δεν αποτελούμε τη φωνή των κατατρεγμένων, ούτε της πλουτοκρατίας, ούτε της φτωχολογιάς, ούτε της εξουσίας, ούτε του προλεταριάτου.

Δεν είναι δουλειά μας η επανάσταση, ούτε η κατάλυση της εξουσίας, ούτε ο εκφοβισμός των εξουσιών. Ακόμη λιγότερο η τήρηση ή η διασάλευση της τάξης.

Δεν είμαστε φίλοι ή υποστηρικτές του Μιχαλολιάκου, ούτε του Κουφοντίνα, ούτε του Παπαγγελόπουλου, ούτε κάθε δεξιού ή αριστερού παρακράτους.

Δεν είμαστε συντεχνία δικαιωματιστών. Δεν πουλάμε ιδεολογία, ούτε παράκρουση, ούτε τρέλα, ούτε εκφοβισμό, ούτε λεβεντιά και ζορμπαλίκι. Δεν θεωρούμε εθνικό ήρωα τον Αρη Βελουχιώτη, ούτε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Γράφουμε επειδή μας διαβάζουν οι αναγνώστες μας. Και μας εμπιστεύονται όχι μόνο για το ταλέντο, τις γνώσεις ή το μυαλό που ο καθένας μας διαθέτει ή δεν διαθέτει.

Μας εμπιστεύονται επειδή στα δύσκολα και στα εύκολα απευθυνθήκαμε ο ένας στον άλλο με εντιμότητα, χωρίς σκοπιμότητες και προκαταλήψεις, με ανοιχτή καρδιά κι ελεύθερο μυαλό.

Διότι ακόμη κι αν δεν μπορώ με απόλυτη ακρίβεια να προσδιορίσω γιατί γράφουμε, είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσουμε για ποιους γράφουμε. Για τους αναγνώστες μας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο