Στο Netflix, το «Ethos» περιγράφεται ως η ιστορία «μίας ομάδας ατόμων στην Κωνσταντινούπολη, που ξεπερνούν κοινωνικοοικονομικά όρια και συνδέονται, καθώς οι φόβοι και οι ελπίδες τους γίνονται ένα». Ο πρωτότυπος τίτλος της σειράς «Bir Baskadir» σημαίνει «είναι κάτι άλλο» και αυτό ταιριάζει γάντι με το περιεχόμενο, αλλά και την μορφή αυτής της mini σειράς που κατορθώνει να εντυπωθεί μέσα σου από το πρώτο κιόλας επεισόδιο.

Η δημοφιλής πλατφόρμα έχει συστήσει στο κοινό της ουκ ολίγες τουρκικές παραγωγές (σειρές και ταινίες), οι οποίες δεν ξεχώρισαν και πολύ από ό, τι έχουμε όλοι στο μυαλό μας για τα τουρκικά σήριαλ. Η αλήθεια είναι πως το «Θαύμα στο κελί 7» ήταν μια ταινία που συγκλόνισε, συγκίνησε και, κατά γενική ομολογία, άρεσε πολύ. Είχε ένα πρωτότυπο story, έναν πρωταγωνιστή ΑΜΕΑ, την σχέση πατέρα-κόρης, τις συνθήκες που επικρατούν στις τουρκικές φυλακές…Τίποτα δεν έλειπε από αυτή την ταινία, ίσως μόνο λίγη οικονομία στις συναισθηματικές εξάρσεις, για πιο μεστή επικοινωνία των νοημάτων στον θεατή.

Στην περίπτωση του Ethos, η οικονομία κρίνω πως υπήρξε άκρατη. Φυσικά και δεν πρόκειται για σαπουνόπερα ή κοινωνικό δράμα «κλασικής κοπής», αλλά ως θεατής περίμενα να νιώσω την καρδιά μου να χτυπά πιο δυνατά, βασισμένη, ίσως, σε διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει.

Μια «άλλη» Τουρκία

Ο  43χρονος Berkun Oya, καταξιωμένος σεναριογράφος και σκηνοθέτης με σημαντική προϊστορία στο θέατρο, έγραψε και σκηνοθέτησε ένα σύγχρονο δράμα βραδείας καύσης, με στοιχεία ντοκιμαντέρ και την Φωτογραφία σε συμπρωταγωνιστικό με τους ηθοποιούς ρόλο.

«Ήρωες» της διπλανής πόρτας, καθόλου άγνωστοι σε κάποιον που έχει ζήσει στην Κωνσταντινούπολη του 21ου αιώνα λίγες περισσότερες ημέρες από όσες χρειάζονται να δει την Αγία Σοφία και να φάει πάνω στον Βόσπορο. Οι θλιμμένες γυναίκες με τις μαντίλες, οι posh μορφωμένες Τουρκάλες που αισθάνονται Ευρωπαίες και σουλατσάρουν στο Νισάντασι και στην Ταξίμ, οι άντρες που καπνίζουν σιωπηλοί στα καφενεία, ο Χότζας (ο Σοφός Γέρων της κοινότητας), οι μπερδεμένοι νέοι και οι παραδομένοι στο «έτσι είναι, έτσι μάθαμε» μεγαλύτεροι. Μες στα σπίτια τους, δεν διαφέρουν σε τίποτα από Αμερικανούς, Βαλκάνιους και Ευρωπαίους. Το άχθος των καθημερινών εργασιών, η άγρα του μεροκάματου, ο ύπνος μετά το σεξ, η βαριεστημάρα του πλούτου, οι καθημερινές αστικές εκδρομές με το λεωφορείο που συχνά αργεί, μερικά καρδιοχτύπια στο ενδιάμεσο για την αδελφή του γείτονα…

Η σύσταση χαρακτήρων έξω από τα στερεότυπα των τουρκικών σήριαλ είναι σημαντική και την είχαμε ανάγκη ως θεατές. Όμως, όσοι ενθουσιάστηκαν φοβερά πολύ με το queer προφίλ κάποιων ηρώων ή με τα «πρωτότυπα» χαρακτηριστικά κάποιων άλλων (πορτιέρης σε κλαμπ, ψυχολόγος που κάνει γιόγκα και καίει κάρβουνα στο γραφείο της, μοντέρνα γηραιά Τουρκάλα με βιβλιοθήκη που βλέπει Βόσπορο στο σπίτι της) ίσως δεν έχουν διαβάσει Ορχάν Παμούκ.

Ο Τούρκος νομπελίστας, πολύ πριν καν υπάρξει το Netfix, και μέσω της διεισδυτικής του πένας σκιαγράφησε ανθρώπους της πατρίδας του που έζησαν ή θέλησαν να ζήσουν έξω από στερεότυπα και νόρμες.  Ο ίδιος υπερασπίζεται τα δικαιώματα της κουρδικής κοινότητας, αλλά και των γυναικών. Τα βιβλία του διαδραματίζονται σε μεγάλο βαθμό στις δεκαετίες της νιότης του, το ’70 και το’ 80. Με κορωνίδα της εργογραφίας του το Μουσείο της Αθωότητας, ο Ορχάν Παμούκ είναι ένας μόνο από τους εκατοντάδες καλλιτέχνες που προσπάθησαν και πέτυχαν να αναδείξουν ένα διαφορετικό πρόσωπο της Τουρκίας από αυτό που υποτίθεται ότι βγαίνει προς τα έξω-ξεχωρίζω και τον Αρά Γκιουλέρ, τον Κωνσταντινουπολίτη φωτογράφο. Η Τουρκία κατοικείται από ανθρώπους με πάθη, όπως όλοι οι τόποι του κόσμου. Κάτω από τις βαριές σκιές της θρησκείας, ο έρωτας, τα πάθη και η εκτροπή από την τάξη λάμπουν περισσότερο, αλλά είναι γεγονός πως μες στην Τουρκία, συγκατοικούν δύο χώρες, δύο τάσεις, δύο ρεύματα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί που «δυτικίζουν» δεν μαστίζονται από ένα σωρό κόμπλεξ και στερεότυπα. Ούτε ότι αυτοί που πιστεύουν ότι ο Αλλάχ τους παρακολουθεί κάθε λεπτό είναι «ηλίθια ζώα». Άνθρωποι και των δύο ρευμάτων είναι θύματα της ίδιας της ανθρώπινης φύσης: αγαπούν τις μάνες τους, τα παιδιά τους, μισούν καμιά φορά τους εαυτούς τους, απορούν με την πραγματικότητα γύρω τους, μια απορία βαπτισμένη στο διαφορετικό τους πρίσμα φυσικά, έχουν ανάγκη από μια αγκαλιά, πενθούν, ξεσπούν.

Κάπου διάβασα ότι το «Ethos»  μάς βάζει να απαντήσουμε στο ερώτημα πώς (και όχι γιατί) θα ζήσουμε μαζί με εκείνους από τους οποίους μας χωρίζουν θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές και ανθρωπιστικές πεποιθήσεις και αξίες. Νομίζω πως διαφωνώ και, κατά την άποψή μου, η σειρά λειτουργεί σαν ενοχλητικός καθρέφτης μας, μας δείχνει τους εαυτούς μας καταπρόσωπο, μας τους τρίβει στην μούρη.

Μια σκηνή, πολύ χαρακτηριστική, το πιστοποιεί: ο Χότζας με την κόρη του βλέπουν τηλεόραση και εμείς τους κοιτάμε να το κάνουν. Δηλαδή, οι ηθοποιοί είναι στραμμένοι στο μέρος μας, όπως κι εμείς στο δικό τους. Κοιταζόμαστε στα μάτια με τους ηθοποιούς, βλέποντας…τηλεόραση. Όλοι. Νιώθοντας κάτι εκείνη την στιγμή. Όλοι. Είτε είμαστε Τούρκοι χαρακτήρες μια σειράς, είτε Τούρκοι ριγμένοι στην αρένα της πραγματικότητας, είτε γήινοι από όποια μεριά του πλανήτη…

Το «Ethos» παραδίδει εξαιρετικά μαθήματα αντιρατσισμού στην πράξη. Δες μας, σου λέει. Πόσο διαφέρουμε από εσένα; Μήπως εσύ δεν έχεις τους δικούς σου εφιάλτες; Πού σταματά να φύεται η μόρφωση και ο αντικομφορμισμός (παιδί της Δύσης)  για να ξεκινήσει να ανθίζει η αγάπη και η αποδοχή άνευ όρων; Ανάμεσα από τις ζωές των ηρώων που τραβούν την δική τους πορεία μες στην σειρά, υφαίνεται ένα διακριτό καλλιτεχνικό σύμπαν άξιο προς απόλαυση και ίσως μελέτη.

Η μουσική, τα μακρόσυρτα πλάνα, οι πλούσιοι-ίσως κάπου τοο much-συμβολισμοί, η ενδυματολογία, η ίδια η Πόλη, για πρώτη φορά σχεδόν τραβηγμένη από τον φακό του σκηνοθέτη όπως είναι: θολή, συγκινητική, «βαριά». Δεν πετάνε συνεχώς γλάροι, ούτε ο ήλιος δύει περισσότερες από μία φορά την ημέρα, τα σπίτια δεν έχουν τρία σαλόνια και οι δρόμοι έχουν κίνηση και φασαρία. Κι αυτό μας αρέσει. Κάποιες φορές, αισθανόμουν πως χρειάζομαι ένα ξέσπασμα, ένα τίναγμα της πλοκής στον αέρα για να περάσει η σειρά μέσα μου. Κάποιες φορές, εντόπιζα μια εμμονή με την αισθητική και τα props, ενώ χρειαζόμουν ένα ακόμα πλάνο σε κάποιο στραπατσαρισμένο πρόσωπο. Κάποιες φορές, με έπιανα να βαριέμαι και να απορώ τι άλλο θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο. Μέχρι που το τέλος με έπιασε εξαπίνης και τώρα σίγουρα ανυπομονώ για την δεύτερη σεζόν.

Άρωμα καφέ ζεσταίνει και τα οκτώ επεισόδια. Καφές φίλτρου που φτιάχνεται σε ατομική καφετιέρα με έμβολο. Πίεση και καυτό νερό. Πικρός και αναζωογονητικός, φαντάζει σαν διάδοχος του τσαγιού που πίνουν οι Τούρκοι στα διάφανα ποτηράκια τους. Πικρό κι αυτό. Ναι, είναι δύσκολη η ζωή σε αυτήν την ανατολίτικη μητρόπολη των εκατομμυρίων κατοίκων. Είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα και να αγαπάς μια γυναίκα, είναι δύσκολο να είσαι μάνα και το παιδί σου να μη μιλά, είναι δύσκολο να έχεις έναν τετραπληγικό αδερφό και να μην σε αφήνουν να τον βοηθήσεις, είναι δύσκολο να εκφράσεις τα συναισθήματά σου για όλα αυτά. Είναι δύσκολο να ζεις στην Τουρκία και να σου συμβαίνει κάτι από όλα αυτά. Ακόμα κι αν μιλάμε για το 2019, έτος ξετυλίγματος της δράσης.

Ναι, η σειρά έχει και αυτόν τον νοηματικό πυρήνα: την δύναμη και την αξία της έκφρασης των συναισθημάτων. Μέσα σε ζωές φαινομενικά τακτοποιημένες-ένα πεντακάθαρο τεράστιο σπίτι με σανσιβέριες και μοντέρνους καναπέδες, μια βάρδια καθαριότητας που ξεκινά πάντα στην ώρα της, ένα μάθημα yoga με στενά κολάν και χαμόγελα- εμφιλοχωρούν πυκνά, προσωπικά δράματα, εξ αντικειμένου δυσεπίλυτα. Μοιάζει όλοι οι ήρωες να χρειάζεται να βγουν στην ερημιά και να τσιρίξουν, να ουρλιάξουν.

Να πουν δυνατά «μάνα, σ’΄αγαπάω», «μου λείπεις», «σε θέλω, αλλά μπορώ να στο δείξω μόνο γαμώντας σε», «σε ζηλεύω που φοράς μαντήλα, ίσως είσαι πιο ελεύθερη από μένα» και άλλα τέτοια. Οι χαρακτήρες δεν είναι σιωπηλοί: επιδίδονται σε έντονους διαλόγους (κάποιοι από αυτούς), κλαίνε, γελούν υστερικά, αλλά καμιά φορά μπορεί και να μιλούν χωρίς να λένε τίποτα ουσιαστικό, τα μάτια τους να προφέρουν άλλα. Μια χαρακτηριστική στιγμή έξαρσης, που λειτουργεί και ως άρτιος συμβολισμός της σύγκρουσης της «παλιάς» με τη «νέα» Τουρκία είναι ο τσακωμός των δύο αδελφών, που είναι τόσο διαφορετικές η μία από την άλλη, όμως τις ενώνουν κοινές αγωνίες. Μαλλιοτραβιούνται αγρίως, δεν υποχωρεί καμιά.

Γιατί να το δείτε

Η σειρά δεν έχει λάβει θετικές κριτικές από τα τουρκικά ΜΜΕ και αυτό είναι προς επίρρωση της αξίας και της αλήθειας της. Δεν βλέπεται ευχάριστα, με κρασάκι και ποπ κορν στον καναπέ. Είναι μια ζόρικη σειρά να την παρακολουθήσεις, αλλά όχι να την καταλάβεις. Τα μηνύματά της χτυπούν μονομιάς κάθε θεατή, ακόμα και όταν δεν γίνονται αντιληπτά στο ίδιο βάθος για όλους.

Με τους χαρακτήρες δύσκολα ταυτίζεσαι εξ αρχής, αλλά στην πορεία αυτό μπορεί και να συμβεί σε βαθμό έκπληξης. Προσωπικά, στο προτελευταίο επεισόδιο, συνειδητοποίησα ότι «είμαι» όλοι οι ήρωες. Μα όλοι. Μαζί. Συγχρόνως. Σαν κάθε ένας από αυτούς να εκπροσωπεί μια ροπή της ανθρώπινης ψυχής: ο φόβος, το θαύμα, η αποκάλυψη, η γαλήνη, η τρέλα.

Την αποκάλεσαν το Unorthodox της δεύτερης καραντίνας και, εν μέρει, αυτός ο παραλληλισμός είναι εύστοχος. Όμως, η ματιά μας πάνω στα εβραϊκά έθιμα και την φυγή μιας γυναίκας από τον κλειστό κύκλο της συντηρητικής ζωής της δεν έχει, δεν μπορεί να έχει, την δυναμική της ματιάς μας πάνω και μέσα και κάτω από μια ολόκληρη κοινωνία. Η Τουρκία είναι ένα από τα πιο ισχυρά κράτη στον κόσμο και, για εμάς, τους Έλληνες θεατές, είναι ο γείτονάς μας, του οποίου την ανάσα έχουμε πια συνηθίσει να νιώθουμε ανά περιόδους πάνω στο πρόσωπό μας. Ειδικά η Κωνσταντινούπολη είναι το άχτι μας, το αποκομμένο κομμάτι της δικής μας σάρκας, το ένδοξο παρελθόν μας. Όταν βλέπουμε αυτά τα οκτώ επεισόδια, μπορεί να μην μαθαίνουμε κάτι συγλονιστικά καινούργιο, αλλά επιβεβαιώνουμε την υποψία μας ότι οι νεότεροι Τούρκοι έχουν αρχίσει πια να ασφυκτιούν ή έστω να αποκαλύπτουν το ότι ασφυκτιούν. Η πρόοδος που συντελείται στους τομείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το ξεγύμνωμα των καταπατημένων δικαιωμάτων χιλιάδων γυναικών ανά τον κόσμο, η μετατόπιση των ρόλων στο μέσο, σύγχρονο νοικοκυριό, η τέχνη που κι αυτή προχωρά και λειτουγεί ως νυστέρι κι ως κάτοπτρο δημιουργεί περισσότερες δυσκολίες σε μια γερασμένη τουρκική-ανατολίτικη φιλοσοφία να σταθεί στα πόδια της και να αντέξει.

Η Τουρκία του σήμερα είναι η μητέρα του ευκατάστατου γόη που εμφανίζεται σε ένα από τα τελευταία επεισόδια. Ο γιος της την λατρεύει, αυτή αγαπά άλλο παιδί περισσότερο, ο γιος της δεν την αντέχει, αυτή τον χρειάζεται. Την κουβαλά με δυσκολία, έτσι βαριά κι αδύναμη καθώς είναι, στον καναπέ και την ξαπλώνει. Κοιτάζοντάς την, βλέπουμε στα μάτια του ένα δύσκολο συναίσθημα: «εσύ με γέννησες, αλλά τράβα μου στο διάολο». Κάπως έτσι αισθάνονται χιλιάδες νεαροί Τούρκοι και Τουρκάλες για την εθνική τους ταυτότητα, αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η παράδοση και οι θεσμοί δεν στέκονται εμπόδιο στην πρόοδο. Είναι εκεί όπου νικά η αγάπη. Κι η αγάπη αυτή μοιάζει με βλέμμα και χέρι ηλικιωμένου πατέρα σε σταθμό κτελ που λέει αντίο συγκινημένος στη νεαρή κόρη του, η οποία θέλει να αλλάξει παραστάσεις και να φύγει από το πατρικό της.

Πριν πέντε μήνες, πρώτο θέμα στην Τουρκία έγινε η σοκαριστική δολοφονία της νεαρής Τουρκάλας Πινάρ Γκιουλτεκίν. Μια ακόμα γυναικοκτονία. Μετά από πέντε ημέρες εξαφάνισης, η 27χρονη φοιτήτρια βρέθηκε νεκρή  ένα βράδυ Τρίτης σε δασική περιοχή στην επαρχία Μούγλων της νοτιοδυτικής Τουρκίας. Από τις καταθέσεις των υπόπτων προέκυψε τελικά πως ο πρώην σύντροφός της Τζεμάλ Μετίν Αβτζί τη δολοφόνησε με ξυλοδαρμό και στραγγαλισμό και, αφού έκαψε και τσιμέντωσε το νεκρό κορμί της, την παράτησε σε ένα δάσος στα Μούγλα. Ο δολοφόνος της νεαρής Πινάρ δεν φάνηκε να μετανοεί, δηλώνοντας μάλιστα ότι σκότωσε την πρώην σύντροφό του σε μια στιγμή θυμού, όταν εκείνη αρνήθηκε να είναι μαζί του.

Στην σειρά εμφανίζεται το θέμα «βιασμός» και ο δημιουργός της βάζει δύσκολα στον εαυτό του. Αφήνει το θύμα ζωντανό, να ζει την ζωή και την καθημερινότητά του ως μητέρα και ως σύζυγος. Πάλι η αγάπη είναι που κάνει έναν βαθιά συντηρητικό τριαντάρη Τούρκο να στέκεται, έστω και με άγαρμπο τρόπο, στο πλευρό της πληγωμένης γυναίκας του. Η δύναμη της αγάπης, όσο μελό κι αν ακούγεται, νικά θρησκείες, πατρίδες, κανόνες και δόγματα. Νικά ακόμα και τραύματα κορμιού και ψυχής. Απλά, θέλει χρόνο και υπομονή. Μερικά δάκρυα και λίγα τσιγάρα…

Το «Ethos» είναι ένα βαθιά πολιτικό δράμα, αλλά δεν θα σας κάνει να κλάψετε-μάλλον. Θα θέλετε να μιλήσετε γι’ αυτό στα social media και τους φίλους σας, γιατί θα σας έχει κάνει να σκεφτείτε και να αναλογιστείτε πολλά. Τα τραγούδια του Ferdi Özbeğen, ενός ανοιχτά γκέι αραμπέσκ τραγουδιστή που μεσουρανούσε μεταξύ ‘70 και ‘80, έχουν επιλεγεί για να κλείνουν τα επεισόδια της σειράς. Μια εικόνα που φαντάζει τόσο «παλιακή», αυτή του τραγουδιστή με τα αυστηρά κοστούμια και τις τσαλκάντζες, αλλά και νοσταλγικά φολκ. Ας κρατήσουμε τα καλά της παράδοσης, μοιάζει να ψιθυρίζει ο δημιουργός της σειράς στον ευφυή θεατή. Ας κρατήσουμε αυτά που αποτελούν στοιχεία της ταυτότητάς μας, όχι όμως αυτά που μας εγκλωβίζουν. Ας κάνουμε μια εκδρομή στο μέλλον, επιτέλους, κι ας ακούμε στα ακουστικά μας τουρκικά, λαϊκά τραγούδια, αν το θέλουμε.

Άλλωστε, τα λαϊκά αυτά τραγούδια μιλούν για σεβντάδες και σεκλέτια, που για να υπάρξουν, χρειάζονται να ριζώσουν σε μια ζωή όπως καθένας μας την ορίζει για τον εαυτό του. Με ή χωρίς μαντήλα, με ή χωρίς λεφτά, με ή χωρίς σύντροφο. Αρκεί να μπορούμε να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας και να αναπνεύσουμε το οξυγόνο του δικαιώματός μας να αλλάξουμε, κάποτε, γνώμη για το τι μας κάνει να νιώθουμε καλά. Και να μπορούμε να βαδίσουμε ελεύθεροι κι ανενόχλητοι πάνω στον δρόμο της αλλαγής μας.

Όπως έγραψε κάποτε ο τεράστιος Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ και απέδωσε ο Γιάννης Ρίτσος στα ελληνικά:

«Σὰ μεταξένιο τούτη ἡ γῆ μας
εἶναι χαλί μας
τούτη ἡ γῆ μας
ἡ κόλασή μας
τούτ᾿ ἡ παράδεισο
εἶναι δική μας.»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο