Τι μας μεγάλωσε κι εμάς… Δρόμοι, φωτιά, δάκρυα, θάνατος. Εκείνη τη μέρα, στις 6 του Δεκέμβρη του 2008, ακούσαμε ένα κρότο και μετά ακούσαμε τα πάντα: Ασθενοφόρα, ουρλιαχτά, ψευδείς πληροφορίες  – «κάποιος τραυματίστηκε». Δεν τραυματίστηκε κανένας. Στα Εξάρχεια είχαμε νεκρό ένα 15χρονο παιδί. Εκείνο το Σάββατο ξεκίνησαν «οι μέρες του Αλέξη». Έτσι τις ονομάσαμε, αλλά τώρα, μια δεκαετία και λίγο πιο μετά, ξέρω ότι ήταν δικές μας μέρες.

Εμείς την κάναμε την εξέγερση, οι νέοι. Μαθητές, φοιτητές. Οι «μεγάλοι του κινήματος» είχαν μουδιάσει λίγο. Κι έπειτα ήταν κι η οργή μας. Πού να μπει φράγμα στην οργή των νέων; Κάποιοι μας άκουσαν, οι πολλοί αρνήθηκαν. Το ΚΚΕ μετρούσε σπασμένες τζαμαρίες, εμείς μετρούσαμε σπασμένα κόκκαλα από το ξύλο. Το ΠΑΣΟΚ ζητούσε να αδειάσει αμέσως η κατάληψη της Νομικής, μας έδειχνε με το δάχτυλο. Αν διαβάζει κανείς τούτο το κείμενο στεγνά, θα νομίζει πως ήμασταν μια χούφτα άνθρωποι. Ήμασταν, όμως, η πλειοψηφία. 15 χρόνων παιδιά, 18 και 20.

Εκείνο το Σάββατο θυμάμαι πρώτα τα μάτια του Γ. Έκλαιγε, έκλαιγε κι έλεγε «έκανε έτσι (σχημάτιζε με το δάχτυλο το όπλο του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα) και τον χτύπησε στην καρδιά». Τα ΜΜΕ έλεγαν ότι η σφαίρα… εξοστρακίστηκε. Και μετά τα Εξάρχεια γέμισαν κόσμο: Στα παγκάκια, στα πεζούλια, πιτσιρίκια (εμείς) φωνάζαμε, κλαίγαμε.

Οι «μεγάλοι» είχαν σοκαριστεί. Τώρα το καταλαβαίνω πια: Εκείνοι είχαν τη Γένοβα, είχαν τον Τεμπονέρα. Τώρα ο Αλέξης θα μπορούσε να είναι το παιδί τους. Νόμιζαν πως είχαμε τελειώσει με το θάνατο. Δεν ήθελαν να ξαναζήσουμε τέτοιο σκοτάδι. Κι ήταν μόλις η αρχή.

Κάτι έρχεται

Ξέραμε πως κάτι έρχεται. Το Σάββατο μπήκαμε στη Νομική κι ήρθαν μαζί μας εργαζόμενοι, μαθητές. Η σχολή βούιζε. Την καθαρίζαμε κάθε μέρα. Είχαμε μόλις βγει από το κίνημα του άρθρου 16 και οι μύες μας άντεχαν να μένουμε άυπνοι, αντέχαμε το τρέξιμο, τα δακρυγόνα και το ξύλο.

Η κυβέρνηση Καραμανλή εξάντλησε την καταστολή της. Κι οφείλω πια να πω ότι ήμασταν «τυχεροί» που «πέσαμε» σε κυβέρνηση δημοκρατική. Μας τσάκισαν, ναι. Αλλά αυτό που θα ερχόταν αργότερα, οι πλατείες, του ’11 το Πολυτεχνείο του 2014, οι βασανισμοί στη ΓΑΔΑ δεν το χωρούσε ακόμα το μυαλό μας.

Αυτό που δεν ξέραμε ακόμα, ήταν ότι εκπαιδευόμασταν κι εμείς κι εκπαιδεύαμε την κοινωνία για τα χρόνια που θα ερχόντουσαν. Στη Γαλλία είχε ήδη προηγηθεί η εξέγερση των προαστίων, των νέων που ζητούσαν να μην ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους, να μη ζήσουν φτωχότερα.

Εδώ, μέσα στον πανικό της εξέγερσης, η κυβέρνηση Καραμανλή έδωσε 24 δις ευρώ στις τράπεζες.  Το γεγονός θάφτηκε κάτω από τα νέα της εξέγερσης. Εμείς, όμως, «πιάσαμε» τις εικόνες από το μέλλον κι έτσι βγάλαμε το σύνθημα που έγινε ορόσημο της μάχης μας: Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες. Ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες.

Οι «αλήτες»

Περάσαμε πολλά χιλιόμετρα στους δρόμους, πολλές μέρες να μας αποκαλούν «αλήτες», «μπάχαλους». Πολλές ψεύτικες εικόνες από καμένους κάδους που το μοντάζ των δελτίων ειδήσεων τις παρουσίαζε σα να καίγεται η Εθνική Βιβλιοθήκη. Εμείς, όμως, παλεύαμε για τη ζωή. Βιβλία καίνε οι φασίστες.

Κι έπειτα, ήταν εκείνοι οι ασύρματοι της Ασφάλειας. Περνούσαμε ανάμεσα σε σπασμένα τζάμια κι ακούγαμε εντολές προς τους «κουκουλοφόρους». Υπουργός δημόσιας Τάξης ήταν ο Προκόπης Παυλόπουλος. Την αμέσως επόμενη ημέρα της δολοφονίας, κατέθεσε παραίτηση, η οποία δεν έγινε δεχτή. Υπουργός Παιδείας, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Εκείνη τη νύχτα ήταν στα μπουζούκια. Κι εκεί παρέμεινε.

Μα εμείς ήμασταν οι «αλήτες» των δελτίων και των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Όλων, πλην του ΣΎΡΙΖΑ. Το μοναδικό κόμμα που στήριξε την εξέγερση, ήταν εκείνο το μικρό του 5%. Κι έτσι, οι «αλήτες» των δρόμων, στηρίχθηκαν  από «αλήτες» εντός της Βουλής. Εμείς ήμασταν οι νέοι, εκείνοι μας υποστήριζαν.

Και στις τράπεζες» έπεφταν» λεφτά, όπως στη νεολαία έπεφταν σφαίρες.

Οι μέρες της Νομικής

Κάψαμε το δέντρο. Το κάψαμε γιατί δεν άξιζαν τα Χριστούγεννα σε εκείνη τη χρονιά. Λίγο πριν τη δολοφονία, την Πέμπτη πριν το Σάββατο, μας έδειραν στη Στουρνάρη πριν μπούμε στο Πολυτεχνείο για φοιτητική συνέλευση. Μύριζε μπαρούτι πριν πέσει η σφαίρα. Οπότε όχι, δεν άξιζαν τα Χριστούγεννα σε εκείνη τη χρόνια. Το κάψαμε το δέντρο.

Όλος ο κόσμος μιλούσε για εμάς. «The greek riots», οι Έλληνες εξεγερμένοι. Η νεολαία του Συνασπισμού κρέμασε πανό στην Ακρόπολη, ταυτόχρονα στους δρόμους της φωτιάς δέρνανε τους φίλους μας, εμάς, όλους τους νέους. Αναρχικοί, αριστεροί, νέοι που πολιτικοποιήθηκαν στην εξέγερση, αυτοί ήμασταν. Κανένα άλλος. Τα ξένα ΜΜΕ μας στήριξαν. Η βελγική τηλεόραση θα μας αφιέρωνε ένα ντοκιμαντέρ λίγο καιρό αργότερα.

Κι όσο μας στήριζαν, τόσο πιστεύαμε ότι αλλάζουμε ριζικά τον κόσμο. Ήμασταν νέοι, δεν ξέραμε πως ο κόσμος αλλάζει με πολύ, πολύ περισσότερο αίμα. Δεν είχαμε γίνει, ακόμα, κυνικοί.

Σπάσαμε το στέκι της ΔΑΠ Οικονομικού και βρήκαμε σιδερολοστούς, κράνη, ένα μαχαίρι 20 εκατοστών. Η ΠΑΣΠ έλεγε ότι καταστρέφουμε τη σχολή. Ήρθαν μία μέρα να μας διώξουν και μας βρήκανε να σφουγγαρίζουμε…

Κι η ΚΝΕ επέμενε ότι στην αληθινή εξέγερση δε θα σπάσει ούτε βιτρίνα. Όμως ξεχαστήκαμε από τη δολοφονία και δεν προλάβαμε να βρούμε σταυρούς να πάμε με αυτούς στο χέρι… Το μυαλό μας ήταν αλλού. Θα δικαιωνόμασταν αργότερα.

Εκείνες τις ημέρες, ήρθε στη σχολή και μία μαμά. Όχι του Γρηγορόπουλου, εκείνη μας ευχαριστούσε. Την έβριζαν γι’ αυτό, αλλά μας στήριζε. Ήρθε μια μαμά θυμωμένη που καταλάβαμε τη σχολή μας. Κάθισε μαζί μας, μιλήσαμε. Τής είπαμε για εμάς, πιο πολύ της είπαμε για τον φόβο. Κι άρχισε να κλαίει. Είχε έρθει από την επαρχία, γιατί φοβόταν ότι κινδυνεύει το παιδί της από την εξέγερση. Αλλά μας άκουσε κι άρχισε να κλαίει. Θυμάμαι αμυδρά να μας φιλάει. Μας είπε ότι θα στείλει το παιδί της στην κατάληψη.

Το μέλλον που φέραμε εμείς

«Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες». Μύριζε μνημόνιο ήδη από τότε. Τα παιδιά ξέρουν καλύτερα. Όταν έληξε η εξέγερση, πήγαμε στις γειτονιές μας, κάναμε συνελεύσεις εκεί, προετοιμαζόμασταν θα πω τώρα, αλλά ακόμα δεν ξέραμε τον λόγο. Στηρίζαμε άστεγους, στήναμε την αλληλεγγύη.

Ο Δεκέμβρης μας βρήκε έτοιμους για τα μνημόνια. Μας είχε εκπαιδεύσει κι έπειτα, στις πλατείες πια, τότε που ρίχνανε τις κυβερνήσεις τη μια μετά την άλλη, δικαιωθήκαμε. Η σκληρή καταστολή, το ξύλο, ολόκληρη η κοινωνία ενωμένη αυτή τη φορά, νέοι, μεγαλύτεροι, τώρα ήμασταν μαζί. Και τότε ναι, δικαιωθήκαμε. Γιατί τότε ήταν που ο κόσμος αναρωτήθηκε «πώς αντέξατε, ρε παιδιά;». Πώς αντέξαμε το ξύλο, τα δακρυγόνα; Θέλαμε να κερδίσουμε, γι’ αυτό.

Λέγαμε ότι ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, αλλά ερώτηση. Όντως, τότε ακόμα ήταν ερώτηση. Απάντηση έγινε στις πλατείες. Γιατί κάναμε την εξέγερση; Επειδή το μέλλον φαινόταν μαύρο. Και τότε πραγματικά κερδίσαμε. Η άνοδος της Αριστεράς ήταν ένας λόγος, μα πιο πολύ ήταν εκείνο το αντανακλαστικό, το συλλογικό της κοινωνίας που δημιούργησε μια ένωση μοναδική.

Αναρωτιόμασταν και κάτι ακόμα. Οι «βλάσφημοι» νέοι λέγαμε πως δέκα χρόνια μετά θα τιμούμε την εξέγερση, όπως θυμόμαστε για πάντα το Πολυτεχνείο. Δε θα ξεχαστεί ποτέ. Και θύμωναν οι παλιοί αγωνιστές «μα τι συγκρίνετε;» μας έλεγαν. Δε συγκρίναμε, δεν υπήρχε σύγκριση με τα γεγονότα (αλίμονο, δα, κανένας δεν θα πίστευε σε μια τέτοια ταύτιση). Απλώς ο Δεκέμβρης ήταν η εξέγερση της γενιάς μας. «Θα ξεχαστεί» ,μας έλεγαν.

Πριν τρεις βδομάδες μιλούσαμε από το in.gr με τρία παιδιά από τα Γιάννενα, που τα χτύπησαν βάρβαρα την ημέρα του Πολυτεχνείου. Μας είπαν, λοιπόν, ότι περιμένουν την 6η του Δεκέμβρη για να δώσουν το μήνυμα που δεν πρόλαβαν στις 17 Νοεμβρίου.

Πέρασαν 12 χρόνια. Δεν έχει ξεχαστεί τίποτε κι ούτε πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ. Κάποτε, απέναντι σε όλους, εμείς, οι νέοι της γενιάς μας, καταφέραμε σπουδαίας πράγματα. Και αφήσαμε πίσω μας σκυτάλης και ιστορία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr