Ηταν κάτι σαν τρόμος μου. Σε αυτή την περίοδο που ζούμε, όχι, προς Θεού, ΟΧΙ, μη τυχόν και προκύψει θέμα υγείας εκτός COVID-19 που να χρειάζεται νοσοκομείο. Οχι τώρα. Θα είναι εφιάλτης. Δεν μπορώ να πω βέβαια ότι θα έβρισκα προτιμότερο να γίνει κάτι με τον COVID-19 προκειμένου να μη γίνει κάτι άλλο, όμως καταλαβαίνετε περίπου το πνεύμα μου. Εύλογα, αυτή την εποχή η ιατρική είναι τόσο πολύ προσανατολισμένη προς αυτή τη δαιμονισμένη νόσο, που σου δίνεται η αίσθηση πως όλα τ’ άλλα, ε, μπορούν να περιμένουν.

Για μια ακόμα φορά, όμως, ο νόμος του Μέρφι, που τόσο πιστά με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή, δεν με πρόδωσε. Κάποιος χρειάστηκε νοσοκομείο. Οχι για COVID. Ηταν κάτι άλλο. Και φυσικά ήταν Σάββατο. Σάββατο βράδυ. Και φυσικά χρειαζόταν αυτοκίνητο. Νομίζω ότι το μόνο καλό ήταν ότι τουλάχιστον δεν έβρεχε.

Αυτός ο κάποιος ήταν η σύντροφός μου, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τη γλιτώναμε τη μετακίνηση. Αν βρισκόμουν εγώ στη θέση της, κάπως υποθέτω ότι θα το είχα αποφύγει – ή θα το πάλευα τουλάχιστον. Ομως έπεσε τηλέφωνο σε κοινή φίλη που ξέρει από αυτά. Το πρόβλημα ήταν τέτοιο που όντως χρειαζόταν νοσοκομείο, οπότε ακολούθησε άλλο τηλεφώνημα (στο νοσοκομείο), ένα ραντεβού κλείστηκε και φύγαμε.

Να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος αυτού του κειμένου δεν είναι η γκρίνια. Γιατί η αλήθεια είναι ότι όλα έγιναν σωστά, πήγαν ρολόι. Μηνύματα εστάλησαν στο 13033, οι απαντήσεις για τη μετακίνηση ήρθαν όπως πάντα αμέσως, το νοσοκομείο βρίσκεται σχετικά κοντά στο σπίτι, ακόμα και το παλιό αυτοκίνητό μου δεν με πρόδωσε καθότι είχα πολύ καιρό να βάλω μπρος τη μηχανή. Οχι, δεν έχω παράπονο, όλα λειτούργησαν κατ’ ευχήν και στο ίδιο το νοσοκομείο (ιδιωτικό), στο οποίο επικρατούσε άκρα του τάφου σιωπή – ή σχεδόν. Τα μέτρα ασφαλείας ήταν δρακόντεια, όλα τα πρωτόκολλα τηρήθηκαν κατά γράμμα κ.ο.κ.

Το θέμα μου εδώ είναι ότι από κάποια στιγμή και μετά άρχισα να νιώθω ότι αυτό το έκτακτο περιστατικό υγείας έδωσε σε μένα και στη σύντροφό μου την αφορμή για μια νυχτερινή περιπέτεια. Κατά μία έννοια, η ανάγκη μας να βρεθούμε στο νοσοκομείο το γρηγορότερο υπήρξε συγχρόνως μια διαδικασία… εξόδου. Λες και είχαμε καθυστερήσει στο ραντεβού με κάποια παρέα. Ντυθήκαμε κάπως βιαστικά, όχι βέβαια με τα καλά μας, αλλά σχετικώς κομψά, πήραμε τα απαραίτητα και αρχίσαμε να οδεύουμε προς το νοσοκομείο, θαρρείς και είχαμε κάνει κράτηση σε κάποιο εστιατόριο.

Εστιατόριο. Θα θυμάστε, ίσως, εκείνους τους χώρους που μια φορά κι έναν καιρό πηγαίναμε και τρώγαμε και ήταν εκεί και άλλοι άνθρωποι που, αν και δεν τους ξέραμε, νιώθαμε ότι με την παρουσία τους μας έκαναν καλό.

Στον δρόμο δεκάδες μηχανάκια, ελάχιστα IX, ταξί μετρημένα στα δάχτυλα και φυσικά μοτοσικλέτες της Αστυνομίας σε περιπολία. Οι δρόμοι της Αθήνας τη νύχτα είναι πλέον «έδρα» σχεδόν αποκλειστικά των μεταφορέων φαγητού στα σπίτια, των «delivery». Είχε και λίγη πλάκα το όλο θέμα διότι οι «delivery» ξέρουν πια τόσο καλά τους δρόμους που κάνουν πάρτι με τις μοτοσικλέτες, κυριολεκτικά σαν να τους ανήκουν οι δρόμοι. Πηγαίνουν αντίθετα στη ροή, για το κόκκινο φανάρι δεν το συζητώ, είναι σαν να μην υπάρχει, κάποιοι κουβέντιαζαν κιόλας μεταξύ τους αν και από διαφορετικά μαγαζιά. Είχε κι αυτό τη χάρη του, αν και ως οδηγός ένιωθα ότι έπρεπε να έχω τις κεραίες μου διαρκώς τεντωμένες γιατί τώρα πια είναι πιο εύκολο να πεταχτεί μπροστά σου κάποιος χωρίς να τον έχεις πάρει πρέφα.

Η έξοδος δεν έληξε στο νοσοκομείο. Η νυχτερινή μας περιπέτεια συνεχίστηκε με την αναζήτηση διανυκτερεύοντος φαρμακείου για την αγορά αντιβίωσης που έπρεπε να αρχίσει αμέσως. Η αναζήτηση έγινε χωρίς βιασύνη. Είχαμε εξάλλου όλον τον καιρό μπροστά μας, ποιος ο λόγος να βιαστούμε; Ηταν σαν να αναζητούσαμε μπαράκι για ένα ποτό μετά το φαγητό που θα είχαμε φάει στο εστιατόριο.

Μπαράκι. Θα θυμάστε, ίσως, εκείνους τους χώρους που μια φορά κι έναν καιρό πηγαίναμε και πίναμε και ήταν εκεί και άλλοι άνθρωποι που, αν και δεν τους ξέραμε, νιώθαμε ότι με την παρουσία τους μας έκαναν καλό…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο