Η ανάρτηση του παλιού συμμαθητή και καλού φίλου Β.Σ με γύρισε χρόνια πίσω αλλά και μου θύμισε μια ιστορία με ένα νεότερο φίλο και συνεργάτη, σε αρκετές δράσεις επιχειρηματικής καινοτομίας που μια τέτοια μέρα – 17 Νοεμβρίου- με ρώτησε σε ένα μήνυμα στο messenger: «Μπορείς να φανταστείς γιατί με βάφτισαν Διομήδη;».

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ξεκινώντας από την ανάρτηση του Β.Σ στο facebook:  «Λίγες ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 17ης Νοεμβρίου του 1974, νεόκοπος δημοσιογράφος του περιοδικού Επίκαιρα πλευρίζει τον πατέρα του Διομήδη Κομνηνού ενώ περιμένει στο διάδρομο να καταθέσει στον ανακριτή και με προτεταμένο το μικρόφωνο του κασετόφωνου τον ρωτά: »Σε ποιο κόμμα ανήκετε;». »Στο κόμμα των νεκρών», του απαντάει κοφτά ο κυρ-Γιάννης γυρίζοντάς του την πλάτη».

Πέρυσι ο Διομήδης Θεοχαρόπουλος μου έστειλε στο messenger το εξής μήνυμα: «Διομήδης Κομνηνός. Αδελφός της μητέρας μου. Ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου. Εκτελέστηκε με σφαίρα στην καρδιά στα 16 του. Από εκείνον πήρα το όνομα του».

Το μήνυμα με πάγωσε – έκανα αρκετά λεπτά της ώρας για να συνέλθω. Ο Διομήδης δεν το είχε αναφέρει ποτέ. Και ας είχαμε δουλέψει μαζί και ας είχαμε περάσει ώρες σε πάνελ συντονίζοντας εκδηλώσεις. Για να είμαι ειλικρινής δεν φαντάστηκα ποτέ ότι ο ψηλός και όμορφος νέος άνδρας θα ήταν φορέας μιας ιστορικής αλήθειας, η ζωντανή απόδειξη ότι η μνήμη μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον αυτού του τόπου.

H μητέρα

Ναι, ο Διομήδης πήρε το όνομα του θείου που δεν γνώρισε ποτέ – παρά μόνο μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις. Μια τέτοια αφήγηση προσπαθούμε σήμερα να διαμορφώσουμε στη βάση των πληροφοριών που μας έδωσε η μητέρα του νεότερου Διομήδη, η κυρία Χάρις Κομνηνού, η μεγαλύτερη από τα τρία παιδιά της οικογένειας.

Ο Διομήδης Κομνηνός – ο πρώτος καταγεγραμμένος νεκρός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου- όταν πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των αστυνομικών το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973 είναι μόλις 16,5 χρονών. Μαθητής στη τελευταία τάξη Γυμνασίου σε ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της Αθήνας. Ένα προικισμένο παλληκάρι με δίψα για τη γνώση και τις σπουδές και με αφάνταστο ταλέντο στο σχέδιο – ένα ταλέντο που είχε αναγνωρισθεί ακόμη και από τις υπηρεσίες της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας Mercedes που είχαν λάβει ένα χορταστικό ντοσιέ με τις δουλειές του.

Ο Διομήδης θα έφευγε για το εξωτερικό, έχοντας ήδη κάνει τις σχετικές ενέργειες για υποτροφία. Δεν πρόλαβε μια σφαίρα στη καρδιά του έκοψε το νήμα της ζωής του εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου. Ο ίδιος παρά το νεαρό της ηλικίας του γνώριζε καλά και το  που πήγαινε και γιατί πήγαινε στο Πολυτεχνείο. Άλλωστε, είχε συμμετοχή και στα γεγονότα της Νομικής από όπου φυγαδεύτηκε από τον Γιάννη Κουτσοχέρα (μετέπειτα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ).

Από την μια μεριά, ήταν η διάθεση της προσφοράς (ο ίδιος από μικρός ήταν πρόσκοπος) και από την άλλη, η δίψα της ελευθερίας. Μάλιστα, τη στιγμή της δολοφονίας του ήταν όρθιος με τα χέρια υψωμένα προσπαθώντας να προστατεύσει ένα τραυματία που είχε χτυπηθεί σοβαρά στο πόδι από τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου. Σε αυτή τη στάση τον βρήκε και η σφαίρα. Όρθιο, άοπλο, άφοβο, ατρόμητο! Και όμως πρόταξε τα στήθη του απέναντι σε ένα καθεστώς βίας εκείνος που είχε όλες τις δυνατότητες για μια συναρπαστική ζωή. Η οικογένεια του ευκατάστατη, ο πατέρας οικονομολόγος, ένας από τους συνιδρυτές γνωστής διαφημιστικής εταιρείας της εποχής ( Διαφημιστικό Κέντρο Αθηνών, η επωνυμία της), ανιψιός του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου που συνέδεσε το όνομα του με το εργοστάσιο FIX στη Λεωφόρο Συγγρού (ένα μέρος του στεγάζει σήμερα το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ο Ζενέτος ήταν αδελφός της μητέρας του, η οποία διατηρούσε κατάστημα με αντίκες στη Πλάκα.

Η αφήγηση αναγκαστικά γίνεται αποσπασματική. Συγκρατώ στιγμές από τον χρόνο μετά την δολοφονία του. Ο πατέρας του, Γιάννης Κομνηνός με πολύ αγώνα καταφέρνει να βρει το άψυχο κορμί του στο Νεκροτομείο Αθηνών που τότε στεγάζεται στην οδό Μασσαλίας. Ο πατέρας βρίσκει το κουράγιο – όπως λέει ο ίδιος σε μια εκπομπή της ΕΡΤ 13 χρόνια μετά- να κόψει με ένα ψαλίδι μια τούφα από τα μαλλιά του και τα γυαλιά του. Ταυτόχρονα, «βάζει» στο χέρι και την μοιραία σφαίρα. Παρά τα στοιχεία και τις μαρτυρίες ο δολοφόνος του δεν βρέθηκε ποτέ γιατί δεν αναζητήθηκε στο πλαίσιο μιας λειψής αποχουντοποίησης που έμεινε στα ρηχά.

Η κηδεία του δολοφονημένου Διομήδη γίνεται στο νεκροταφείο Ζωγράφου σε στενό οικογενειακό κύκλο και με την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων. Εκείνες τις μέρες της σφαγής ήθελε κότσια ακόμη και να πας στη κηδεία – και όμως βρέθηκε ένα ψυχωμένος κληρικός, ο πατήρ Γεώργιος Πυρουνάκης (οικογενειακός φίλος) να αναλάβει αυτό το οδυνηρό καθήκον.

Ποιοι ήταν οι δολοφόνοι

Ο πατέρας Κομνηνός και μετά την δολοφονία του γιού του δεν κάθισε στα αυγά του. Επέλεξε να ζήσει ένα μεγάλο διάστημα το εξωτερικό – μεταξύ Ελβετίας και Ελλάδος- σε μια προσπάθεια να οργανώσει τις κινήσεις και τις πρωτοβουλίες του για την αποκάλυψη των δολοφόνων του γιού του. Μετά την μεταπολίτευση με μπροστάρη και πάλι τον πατέρα Γεώργιο Πυρουνάκη και με ακαδημαϊκούς δασκάλους και παράγοντες της δημόσιας ζωής συμμετείχε στην Επιτροπή Αποκατάστασης Θυμάτων Επταετίας που βοήθησε όσο κανείς πρόσωπα και οικογένειες που είχαν ανάγκη πολλαπλής στήριξης.

Κάπου εδώ η αφήγηση τελειώνει με μια υπόσχεση να επανέλθω στο άμεσο μέλλον, αξιοποιώντας και αρχειακό υλικό.

Για το τέλος, κράτησα το λόγο του πατέρα. «Το κόμμα των νεκρών» και όπως ο ίδιος συμπλήρωσε χρόνια μετά στη δημοσιογράφο Μαρία Ρεζάν, «το κόμμα των νεκρών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο