Τον Νοέμβριο του 1980 ο απόηχος του Νοέμβρη του 1973 ήταν ακόμη νωπός, αλλά και ταυτόχρονα η χώρα δεν ζούσε στον ίδιο παλμό του πρώτου διαστήματος μετά τη Μεταπολίτευση.

Τον Μάιο του 1979 η χώρα είχε γίνει δεκτή στην τότε ΕΟΚ και η ένταξη θα ξεκινούσε την 1η Ιανουαρίου 1981.

Λίγους μήνες ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε επιλέξει να μεταπηδήσει στην Προεδρία της Δημοκρατίας, αφήνοντας τον Γεώργιο Ράλλη να διαχειριστεί τη δύσκολη πορεία της Νέας Δημοκρατίας προς τη διαφαινόμενη ήττα στις εκλογές του 1981.

Τον Οκτώβριο του 1980 η χώρα μόλις είχε επιστρέψει στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, από το οποίο είχε αποχωρήσει στην επαύριον της Κυπριακής Τραγωδίας.

Παρότι η χώρα είχε συγκλονιστεί τα προηγούμενα χρόνια από αλλεπάλληλα κύματα μεγάλων αγώνων, τόσο της νεολαίας όσο και εργατικών, από το κίνημα του εργοστασιακού συνδικαλισμού μέχρι τις απεργίες στις τράπεζες και βέβαια τις μεγάλες φοιτητικές καταλήψεις του 1979, το πολιτικό κλίμα έδειχνε να προσανατολίζεται προς τις εκλογές.

Το ΠΑΣΟΚ έχοντας κατακτήσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 1977 και έχοντας ήδη κατορθώσει να προσεταιριστεί τόσο την εκλογική κληρονομιά του Κέντρου της δεκαετίας του 1960 αλλά και τον ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, προσπαθούσε να κατοχυρώσει τη θέση του και να δείξει ότι αποτελεί «υπεύθυνη δύναμη».

Το ΚΚΕ προσπαθούσε να χειριστεί μια κατάσταση όπου ενώ είχε κερδίσει στην ενδοαριστερή σύγκρουση με το ΚΚΕ εσ. δεν φαινόταν να μπορεί να ανακόψει τη στροφή και αριστερών ψηφοφόρων προς το ΠΑΣΟΚ την ώρα που ήθελε να «θωρακίσει» τη νεολαία έναντι της επιρροής των «αριστεριστών» και των «αυτόνομων», την ώρα που οι μαζικές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαπίστωναν τα στρατηγικά τους όρια.

Η κυβερνητική απόφαση για απαγόρευση

Σε αυτή τη συγκυρία, η κυβέρνηση Ράλλη παίρνει την επιλογή να απαγορεύσει στην πορεία του Πολυτεχνείου, που ήταν προγραμματισμένη για τις 16 Νοεμβρίου, να φτάσει μέχρι την Αμερικανική Πρεσβεία. Η απαγόρευση προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις και σε πρώτη φάση η ΕΦΕΕ δείχνει να μην κάνει πίσω. Όμως, τελικά οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και των δύο κομμάτων της κομμουνιστικής αριστεράς επιλέγουν να μην συγκρουστούν με την απόφαση.

Όμως, η μειοψηφία της ΕΦΕΕ, που αποτελείται από τους εκπροσώπους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αποφασίζει να δώσει τη μάχη η πορεία να συνεχιστεί μέχρι την Πρεσβεία.

Έτσι στις 16/11/1980, αφού ένα μεγάλο μέρος της διαδήλωσης έχει κάνει τη διαδρομή μέχρι το Σύνταγμα και σταδιακά αποχωρεί, το μπλοκ της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ κινείται προς τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, όπου στο ύψος των «λουλουδάδικων» βρίσκεται ο αστυνομικός κλοιός.

Η κεφαλή της πορείας της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ κινήθηκε προς τον κλοιό. Κατάφερε να διασπάσει τον πρώτο κλοιό των αστυνομικών, όμως με εντολή του προϊσταμένου της Εισαγγελίας κινήθηκαν οι διμοιρίες των ΜΑΤ και οι αύρες που ήταν πίσω από τον πρώτο αστυνομικό κλοιό.

Η επίθεση ήταν ιδιαίτερα βίαιη και όσοι έζησαν τα γεγονότα μιλούν για αστυνομική αγριότητα. Η επίθεση δεν περιορίστηκε στο πυκνό μπλοκ της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ αλλά και σε διαδηλωτές από άλλα μπλοκ που εκείνη την ώρα απομακρύνονταν. Το αποτέλεσμα θα είναι συγκρούσεις που θα διαρκέσουν για ώρες. Πέραν από γκλομπ, οι αστυνομικοί θα χρησιμοποιήσουν και πυροβόλα όπλα.

Οι δύο νεκροί

Η Σταματία Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, δέχεται πλήθος χτυπημάτων από γκλομπ στο κεφάλι. Μεταφέρεται αναίσθητη στο Ιπποκράτειο όπου αφήνει την τελευταία της πνοή.

Ο κύπριος Ιάκωβος Κουμής, με συμμετοχή στο αντικατοχικό κίνημα στην πατρίδα του και ο οποίος λίγο καιρό πριν είχε έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει στο Πολιτικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, δέχεται δολοφονική επίθεση ενώ κάθεται σε μια καρέκλα στο Σύνταγμα. Στο ασθενοφόρο, λουσμένος στο αίμα, ψελλίζει: «Δεν έχουν τον Θεό τους, με φάγανε».

Ποτέ δεν μάθαμε ποιοι ήταν οι δολοφόνοι αστυνομικοί της Κανελλοπούλου και του Κουμή. Οι μηνύσεις που έκαναν οι οικείοι τους, όπως και οι μηνύσεις που κατέθεσαν αρκετοί από τους τραυματίες δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα.

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης ήταν κυρίως να μιλήσει για «προβοκάτορες». Για «μικρές ομάδες ανεύθυνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης» θα μιλήσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Για «προβοκατόρικα έκτροπα» θα μιλήσει το ΚΚΕ. Για ομάδες «ανεύθυνων και τυχοδιωκτικών στοιχείων», θα μιλήσει το ΚΚΕ εσ. τα μπλοκ του οποίου δέχτηκαν επίσης μεγάλο μέρος της επίθεσης γιατί τη στιγμή της σύγκρουσης βρίσκονταν ακόμη στο χώρο του Συντάγματος.

Παρότι η «προβοκατορολογία» ήταν συνηθισμένη στα πρώτα χρόνια τα Μεταπολίτευσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα θεωρηθεί ως μια ιδιότυπη «εγκατάλειψη» των χιλιάδων διαδηλωτών που είχαν δεχτεί την επίθεση της αστυνομίας και ως μια έμμεση «σύμπλευση» με την κυβερνητική επιθυμία για «ήπιο κλίμα» μέχρι τις εκλογές.

Για τις οργανώσεις που επέλεξαν να αμφισβητήσουν την αστυνομική απαγόρευση, η σύγκρουση και η αδυναμία να υπάρξει μια μαζική απάντηση μετά (και να ξεπεραστεί το εμπόδιο που δημιουργούσε η αντίδραση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης) θα αποτελέσει στοιχείο που θα επιτείνει μια αίσθηση στρατηγικού αδιεξόδου.

Ο εορτασμός ως διακύβευμα

Ένα χρόνο μετά το Πολυτεχνείο θα εορταστεί για πρώτη φορά με μια κυβέρνηση στην εξουσία που αναφερόταν σε αυτό. Είναι η εποχή που η αντιπαράθεση θα είναι ανάμεσα στο «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» και το «ο αγώνας συνεχίζεται». Βέβαια, δεν θα είναι και λίγοι αυτοί που θα μιλήσουν για μια «κρατικοποίηση» του εορτασμού.

Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια το Πολυτεχνείο θα καταφέρει να είναι πάντα ένα σημείο αναφοράς για κινήματα, ακόμη και όταν άρχισαν να έρχονται στο προσκήνιο οι γενιές που δεν είχαν καν άμεση ανάμνηση των γεγονότων.

Στη συλλογική μνήμη το Πολυτεχνείο του 1980 θα κρατήσει μια ιδιαίτερη θέση, ανεξαρτήτως του πώς αντιμετωπίστηκε τότε. Ήταν η οδυνηρή υπογράμμιση ότι ακόμη και μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το αυταρχικό στοιχείο στην κουλτούρα και την πρακτική των δυνάμεων καταστολής παρέμενε ενεργό. Ήταν η υπενθύμιση ότι όντως, όπως έλεγε και ένα πολυειπωμένο σύνθημα, το «Πολυτεχνείο δεν ήταν γιορτή» και ο εορτασμός του παρέμενε μια φορτισμένη και συγκρουσιακή διαδικασία. Ήταν, κυρίως, η επίγνωση ότι η διαδήλωση του Πολυτεχνείο, παρέμενε ένα διακύβευμα, κρινόταν ως προς το εάν θα γίνει και ως προς την ίδια τη δυναμική της κάθε φορά.

Και βέβαια θα θυμίζει πάντα ότι στις 17/11 τιμάμε τους νεκρούς του Πολυτεχνείου το 1973 αλλά και ζωές που χάθηκαν για το δικαίωμα να μπορούμε να τιμούμε το Πολυτεχνείο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο