Οι δύο υποθέσεις είναι φυσικά πολύ διαφορετικές. Στη μία δικάστηκαν οι πρωταίτιοι ενός πραξικοπήματος που είχε ως αποτέλεσμα την κατάλυση της δημοκρατίας για εφτά ολόκληρα χρόνια, με όλες τις συνέπειες που είχε αυτό για τις ζωές των αντιστασιακών, τις ελευθερίες των πολιτών και την εν γένει εικόνα της χώρας. Στην άλλη δικάστηκαν τα στελέχη μιας νεοναζιστικής οργάνωσης που νόμιζαν ότι θα απειλούσαν τη δημοκρατία σκοτώνοντας, απειλώντας, τρομοκρατώντας και τελικά καταφέρνοντας να εισχωρήσουν στον ναό της, το Κοινοβούλιο.

Υπήρξαν κι άλλες δίκες που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, όπως εκείνες του Κοσκωτά ή της 17 Νοέμβρη. Σε αυτές τις δύο όμως θα έλεγε κανείς ότι έλαμψαν οι πρόεδροι. Ο Γιάννης Ντεγιάννης, όταν ρωτούσε τον Παπαδόπουλο τι δουλειά κάνει και τον Παττακό αν αναγνωρίζει ως εθελοντική του κατοικία τον Κορυδαλλό. Η Μαρία Λεπενιώτη, όταν επανέφερε στην τάξη τους συνηγόρους της Χρυσής Αυγής, σταματούσε τις προκλήσεις των κατηγορουμένων και καθησύχαζε τη Μάγδα Φύσσα.

Σε συμβολικό επίπεδο έτσι, που εκ των πραγμάτων είναι και ουσιαστικό, η αρεοπαγίτης που δίκασε τους έλληνες νεοναζί έχει πάρει από χθες τη θέση της δίπλα στον εφέτη που πριν από 45 χρόνια δίκασε τους έλληνες χουντικούς. Στάθηκαν και οι δύο, όπως και τα άλλα μέλη των αντίστοιχων Εφετείων, στο ύψος των περιστάσεων. Εδειξαν σθένος, νηφαλιότητα, τόλμη και μαχητικότητα. Τίμησαν τη θέση τους και το λειτούργημά τους. Και έδωσαν ένα μάθημα δημοκρατίας.

Η δίκη του Παπαδόπουλου και της συμμορίας του είχε κρατήσει 25 ημέρες. Η δίκη του Μιχαλολιάκου και της δικής του συμμορίας κράτησε πεντέμισι χρόνια. Αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνονται η Μαρία Λεπενιώτη, ο Ανδρέας Ντόκος και η Γεσθημανή Τσουλφόγλου. Εκείνοι έκαναν τη δουλειά τους, φροντίζοντας να μην υπάρχει καμιά σκιά στη διαδικασία, κανένα στίγμα στις καταθέσεις, καμιά αμφιβολία στην ετυμηγορία. Δεν είναι αυτονόητο και δεν είναι εύκολο. Η χώρα χρωστά ευγνωμοσύνη σ’αυτούς και σε όλους τους άλλους, ανακριτές, δημάρχους, καθηγητές, δημοσιογράφους και πολιτικούς, που όλα αυτά τα χρόνια έκαναν αυτό που τους υπαγόρευε η συνείδησή τους, συχνά κόντρα στο ρεύμα και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Η μόνη υποψία κριτικής που θα μπορούσε να ασκήσει ένας συνήγορος του διαβόλου θα ήταν ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων «άκουσε» τον λαϊκό σφυγμό και ανταποκρίθηκε στο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Πράγματι, τυχόν αθώωση των Χρυσαυγιτών ή χαρακτηρισμός των εγκλημάτων τους ως τυχαίων θα προκαλούσαν τη δημοκρατική συνείδηση της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι επέβαλαν τη θέλησή τους το αντιφασιστικό κίνημα ή οι υπέρμαχοι του συνθήματος «Δεν είναι αθώοι». Ηταν τόσο πλούσια τα ενοχοποιητικά στοιχεία, τόσο πειστικές οι μαρτυρίες και τόσο αποκαλυπτικά τα γεγονότα, ώστε η δικαστική απόφαση ήταν μονόδρομος.

Με αυτή την έννοια, ναι, ο Παύλος τα κατάφερε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο