Χθες, εν μέσω της πλημμυρίδας των ειδήσεων και των πληροφοριών για τα τεκταινόμενα στη Μόρια της Λέσβου, προτίμησα –κατά την προσφιλή μου συνήθεια– να αναπλεύσω τον ποταμό, να μοιραστώ με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του in.gr μια διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος που ευλόγως κυριαρχούσε στην επικαιρότητα.

Έτσι, εγκατέλειψα το ταραχώδες σήμερα και ταξίδεψα στο απώτατο παρελθόν αναζητώντας τα χνάρια του χρόνου, τα χνάρια της μυθολογίας και της ιστορίας, στο εμφανώς ταλαιπωρημένο πρόσωπο της ελαιόφυτης αυτής περιοχής της Λέσβου.

Σήμερα είχα κατά νουν να γράψω για το εφιαλτικό παρόν της Μόριας, για το συνεχιζόμενο δράμα των εκεί διαβιούντων, για την εξαθλίωση και την καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για τα μεγάλα λάθη που έχουν γίνει από την Ελλάδα και την Ευρώπη, για τις βαρύτατες ευθύνες όλων στο χειρισμό ενός οξύτατου προβλήματος όπως το Προσφυγικό – Μεταναστευτικό.

Συνειδητοποίησα, όμως, ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσα να εισφέρω κάτι πραγματικά νέο στην όλη συζήτηση, να προσφέρω μια πραγματικά διαφορετική οπτική στο εν λόγω θέμα.

Φοβήθηκα ότι θα ακολουθούσα κι εγώ την πεπατημένη, ότι θα αναγορευόμουν δηλαδή σε κήνσορα της δημόσιας ζωής και σε κριτή των πράξεων όλων των άλλων, υποβαθμίζοντας ή και απαλείφοντας την προσωπική μου ευθύνη, την προσωπική μου συνενοχή στην ύπαρξη του κολαστηρίου της Μόριας, στην τραγωδία που συντελείται εκεί τα τελευταία χρόνια.

Ναι, έχω κι εγώ το δικό μου μερίδιο ευθύνης, εγώ, ο «καλός άνθρωπος».

Διαβάστε το κατωτέρω ποίημα της Ελένης Βακαλό και θα αντιληφθείτε πλήρως τι εννοώ:

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

Από τη συλλογή Του Κόσμου (1978), Ελένη Βακαλό, Γενεαλογία του κόσμου, Ύψιλον, Αθήνα 1990

Γράψτε το σχόλιό σας