Ο Ζόραν Ζάεφ πήρε την πρωτιά, εξασφαλίζοντας ότι οι σοσιαλδημοκράτες είναι το πρώτο κόμμα στο νέο κοινοβούλιο της Βόρειας Μακεδονίας.

Όμως η νίκη ήρθε με ένα τίμημα. Παρότι οι σοσιαλδημοκράτες κατέβηκαν σε συνασπισμό με ένα από τα μικρότερα αλβανικά κόμματα, το BESA, αθροιστικά δείχνουν να παίρνουν λιγότερες έδρες από όσες είχαν στην προηγούμενη Βουλή. Κατορθώνουν, ωστόσο να είναι το πρώτο κόμμα έναντι του εθνικιστικού VMRO-DMNE που επίσης είδε τις δυνάμεις του να υποχωρούν.

Αντίθετα ενισχυμένα είναι τα δύο άλλα αλβανικά κόμμα, η Δημοκρατική Ένωση και η Συμμαχία για τους Αλβανούς, που θα έχουν αυξημένη παρουσία στο κοινοβούλιο και αθροιστικά δείχνουν να παίρνουν σχεδόν 20%.

Καινούρια είσοδος το κόμμα Levica (Αριστερά), ένα σχηματισμός της ριζοσπαστικής αριστεράς, με απήχηση στη νεολαία, τμήμα μιας ευρύτερης επανεμφάνισης ριζοσπαστικών αριστερών σχηματισμών σε χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (πιο πρόσφατο παράδειγμα η εκλογική επιτυχία αντίστοιχου σχηματισμού στην Κροατία, στις εκλογές της 5ης Ιουλίου).

Οι εκλογές στη Βόρεια Μακεδονία ήταν οι πρώτες ύστερα από τη Συμφωνία των Πρεσπών και την ολοκλήρωση της συνταγματικής μεταρρύθμισης που εξασφάλισε  την πλήρη εφαρμογή των προβλέψεών της για το σύνταγμα και για το όνομα. Είναι οι πρώτες επίσης που έγιναν ύστερα από την εισδοχή της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ.

Ταυτόχρονα, έγιναν υπό το βάρος δύο σοβαρών εξελίξεων. Η πρώτη ήταν η μη εκκίνηση ουσιαστικά ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, ύστερα από την υπαναχώρηση της πλευράς της ΕΕ, αξιωματούχοι της οποίας είχαν υποσχεθεί τη σχετική διαδικασία ως τμήμα τις επιχειρηματολογίας υπέρ της αλλαγής ονόματος, υπαναχώρηση που αποτέλεσε πλήγμα για την κυβέρνηση Ζάεφ. Η δεύτερη ήταν η πανδημία του νέου κοροναϊού που ήταν και ο λόγος που οι αρχικά προγραμματισμένες για τον Απρίλιο εκλογές αναβλήθηκαν, πανδημία που έχει ήδη στοιχίσει 389 νεκρούς στη μικρή γειτονική χώρα, επιβάλλοντας ακόμη και ειδικά μέτρα για την εκλογική διαδικασία.

Η αναπαραγωγή των προηγούμενων διαιρέσεων

Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτυπώνει μια διαίρεση που την είχαμε δει και στο δημοψήφισμα για την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών: το σλαβομακεδονικό στοιχείο διαιρεμένο ανάμεσα στα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ και τα αλβανικά κόμματα να παίζουν το ρόλο του ρυθμιστή στις πολιτικές εξελίξεις.

Την ίδια ώρα η Βόρεια Μακεδονία εξακολουθεί να μην έχει απαλλαγεί ούτε από τα προβλήματα ενδημικής διαφθοράς (που αφορούν και τα δύο μεγάλα κόμματα) ούτε από την έλλειψη ενός συνεκτικού οράματος και την αίσθηση στασιμότητας. Παρότι δεν έχει τις ίδιες τάσεις μείωσης του συνολικού πληθυσμού της όσο οι βαλκανικές χώρες που είναι μέλη της ΕΕ (και άρα έχουν ευκολότερη μετανάστευση σε ευρωπαϊκές χώρες), έχει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό μεταναστών και υποφέρει και αυτή από το brain drain.

Σε αυτό το φόντο η αποτυχία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την ΕΕ προκάλεσε έντονα αισθήματα απογοήτευσης. Αυτό διαμορφώνει και το έδαφος και για μια δυσαρέσκεια και σε σχέση με την αλλαγή του ονόματος, καθώς μια «υπαρξιακά» δύσκολη επιλογή ως προς την εθνική ταυτότητα δεν έχει συνοδευτεί από τα υπεσχημένα οφέλη. Την ίδια στιγμή η ενίσχυση των αλβανικών κομμάτων καταδεικνύει και τη διαρκή ανάγκη αναμέτρησης με τον πολυεθνικό χαρακτήρα της χώρας.

Τα μαθηματικά των εκλογών, η προηγούμενες πολιτικές εξελίξεις και η ανάγκη ισορροπιών ως προς τη σχέση ανάμεσα στο σλαβομακεδονικό και το αλβανικό στοιχείο, παραπέμπουν σε μια επανάληψη της προηγούμενης εκδοχής κυβερνητικού συνασπισμού, αν και αναμένεται να υπάρξει η απαραίτητα διαπραγμάτευση, με τα αλβανικά κόμματα σε ρόλο ρυθμιστή.

Η προοπτική των σχέσεων με την Ελλάδα

Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν αποτυπώνει αμφισβήτηση ή διακύβευση της Συμφωνίας των Πρεσπών, μια που δεν είχαμε ενίσχυση του απορριπτικού VMRO-DPMNE, άρα λογικά μένουμε μέσα στο ίδιο πλαίσιο.

Όμως, η πρόκληση να αποτελέσει τη βάση για μια νέα σχέση με την Ελλάδα παραμένει ενεργή και αφορά και την ελληνική πλευρά, που έχει τη δυνατότητα, υπερβαίνοντας ρητορικές εμμονές του παρελθόντος να οικοδομήσει με τη γειτονική χώρα μια νέα σχέση αλληλεγγύης και συνεργασίας, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και επένδυση στο μέλλον.

Γράψτε το σχόλιό σας