Πέρασαν πέντε χρόνια από τον Ιούλιο του 2015, τότε που πιστεύαμε πως θα πεθάνουμε από την πείνα, που αδειάζαμε τα σούπερ μάρκετ από κονσέρβες και χαρτιά υγείας, που ακούγαμε στις ειδήσεις πως το ΟΧΙ θα σημειώσει συντριπτική ήττα και που 61,31% των πολιτών αυτής της χώρας διαφώνησε με τα σενάρια της καταστροφής. Και, δυστυχώς, πίστεψε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει σε μία μέρα.

Δεν άλλαξε σε μία ημέρα, λοιπόν. Αλλά μία ημέρα ήταν αρκετή για να γραφτεί ιστορία. Ίσως οι προσδοκίες να μην ήταν ρεαλιστικές, πέντε χρόνια μετά φαίνεται ότι πιθανότατα δεν ήταν. Δεν θα μπορούσε ένα δημοψήφισμα να αλλάξει το οικονομικό πλάνο της –κραταιής ακόμη τότε- νεοφιλελεύθερης Ευρώπης και πράγματι δεν το έκανε. Η Ελλάδα ήταν μόνη απέναντι σε όλους. Η πολυπόθητη συμμαχία των χωρών του Νότου, στην οποία προσέβλεπε η Αριστερά δε συγκροτήθηκε ποτέ και έτσι, με ένα γιγαντιαίο για εμάς μας φτωχό για τους τυπικότατους γραφειοκρατικούς υπολογισμούς της οικονομίας, με ένα, λοιπόν, 61,31% πιστέψαμε (για λίγο ή για πολύ) ότι φέραμε το τέλος μιας αυτοκρατορίας.

Μα δεν πέφτουν έτσι οι αυτοκρατορίες, ούτε και χτίζονται πόλεις σε μία μέρα –ή σε μία κάλπη. Ακόμα και μετά από τις σπουδαίες Επαναστάσεις του κόσμου, όπως ήταν και η ελληνική, χρειάστηκε χρόνος, διάσπαση, ακόμα και αίμα για να γεννηθεί το Νέο. Για την ακρίβεια, μετά την ελληνική επανάσταση, ξεκίνησε σειρά εμφυλίων συρράξεων που κράτησαν χρόνια μέχρι κι επίσημα να μπορούμε να λέμε ότι αναγνωρίστηκε το νέο ελληνικό κράτος.

Τι σχέση έχει η επανάσταση με το δημοψήφισμα; Καμία, πραγματικά καμία. Αλλά αποτελεί ένα παράδειγμα, ίσως καλό, για τη φύση των προσδοκιών: Μία στιγμή τεράστιας νίκης μας κάνει να πιστεύουμε ότι ως διά μαγείας τελειώνουν όλα. Αντιθέτως, όμως, είναι μόνο η αρχή.

Η εποχή των μνημονίων

Τώρα, μία ασφαλή δεκαετία μετά, που μπορούν να γίνουν οι πρώτες αντικειμενικές εκτιμήσεις, οι αναλυτές λένε πως το επικείμενο μνημονιακό χάος διαφαινόταν χρόνια πριν. Και πράγματι έτσι πρέπει να ήταν, όταν ήδη από το 2008 δόθηκε πακέτο 24δις διάσωσης των τραπεζών από την κυβέρνηση Καραμανλή. Εκείνο τον Δεκέμβρη ήταν που οι νέοι φώναζαν, ανάμεσα από τις φλόγες της εξέγερσης, «στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες».

Το 2009 ήρθε η ανακοίνωση από το Καστελόριζο και τον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου: Η Ελλάδα μπαίνει στο ΔΝΤ. Τα επόμενα χρόνια ήταν ζοφερά: Η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα, οι άστεγοι επίσης, οι αυτοκτονίες σημείωσαν ιστορικά ποσοστά (όπως σημείωσε και ο κυνισμός, «μερικοί αυτοκτονούν από έρωτα» έλεγε τότε ο Δημήτρης Ψαριανός). Το 2010-2011 ήταν η διετία της φωτιάς για τις μικρές επιχειρήσεις. Τα καταστήματα – ραχοκοκαλιά της οικονομίας έβαζαν λουκέτο το ένα μετά το άλλο. Την ίδια διετία η περιστασιακή πορνεία στο κέντρο της Αθήνας είχε αυξηθεί κατά 1500%, ένα ποσό που μοιάζει με τυπογραφικό λάθος και όμως, αφορούσε γυναίκες, νοικοκυρές, που έκαναν σεξ επί πληρωμή για να αγοράσουν φαγητό για τα παιδιά τους.

Τότε οι δημοσιογράφοι είχαμε ένα ρεπορτάζ-πασπαρτού: Λιποθυμίες στα σχολεία από την πείνα και παρατημένα παιδιά σε νοσοκομεία και ιδρύματα. Με την ασφάλεια της δεκαετίας μετά, που είναι ένα ασφαλές διάστημα για να επεξεργαστεί κανείς τα δεδομένα, η φρίκη ήταν τόσο διάχυτη και τόσο πανταχούσα, που δεν είχαμε άλλοι επιλογή από το να την καταγράφουμε κάθε μα κάθε μέρα. Δεν ήταν απλώς είδηση, ήταν μία διαρκής είδηση με μονίμως νέα δεδομένα.

Τότε ξεκίνησε το κίνημα των Πλατειών, που έφερε τελικά την Αριστερά δυναμικά στο προσκήνιο.

Παράλληλα, η ανεργία είχε «χτυπήσει» ιστορικά ποσοστά, η μαύρη Εργασία και τα μπλοκάκια ανθούσαν, η Υγεία είχε εν μέρει ιδιωτικοποιηθεί (με το 5ευρω της εισόδου στα νοσοκομεία και την πληρωμή πανάκριβων θεραπειών από τους ασθενείς, που ως τότε ήταν δωρεάν για όλους) και η ακροδεξιά ανθούσε – το Άνθος του Κακού.

Ίσως μόνο σε αυτό να συμφωνούμε ακόμη και σήμερα όλοι: Η μάστιγα των νεοναζί στοίχισε στο τόπο αδιαμφισβήτητα και πικρά πολύ.

Το δημοψήφισμα

Όταν ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση της Αριστεράς, το πολιτικό σκηνικό πολώθηκε ακόμα περισσότερο. Ήμασταν δύο, χωρίς μέση οδό: Οι νεοφιλελεύθεροι και οι μη. Έτσι παρουσιαζόταν το δίπολο, έτσι θα το καταγράψει και η ιστορία, κατά πάσα πιθανότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να εφαρμόσει αντιμνημονιακές πολιτικές, όσο ήταν δυνατό εκείνη την περίοδο με εκείνη την οικονομία. Αν μη τι άλλο, είναι διακύβευμα πολιτικό το αν αποδώσει κανείς μεσσιανικά χαρακτηριστικά σε μία κυβέρνηση. Εν πάση περιπτώσει, προσπάθησε να εφαρμόσει κάποιες αλλαγές με τις οποίες δε συμφωνούσαν οι ευρωπαίοι εταίροι. Ξεκίνησαν τότε τα θρυλικά Γιούρογκρουπ που βήμα το βήμα οδήγησαν στο καλοκαίρι του 2015.

Άνθρωποι σοφότεροι από εμάς, είπαν κάποτε ότι την ιστορία τη μετράμε σε δεκαετίες, σίγουρα όχι σε στιγμές. Αλλά τον Ιούλιο του 2015 συνέβη μία στιγμή που άφησε ιστορία. Στις 27 Ιουνίου του 2015 ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ακολούθησε μία «κολασμένη» εβδομάδα και στις 5 Ιουλίου ήρθε η ημέρα της ψηφοφορίας.

Την εβδομάδα που ακολούθησε το διάγγελμα του πρωθυπουργού τη χωρίζουμε σε τρεις βασικούς άξονες: Την προπαγάνδα του πανικού, την τραπεζική κρίση και τις συγκεντρώσεις του ΝΑΙ και του ΟΧΙ. Αρχικά, τα ΜΜΕ ξεκίνησαν ένα μαραθώνιο ενημέρωσης με πλάνα τρόμου από σουπερμάρκετ με αδειασμένα τα ράφια τους – σουπερμάρκετ τα οποία ήταν αμερικάνικα, πριν τον τυφώνα της Νέας Υόρκης. Συνεχίστηκε με τις ψευδείς δημοσκοπήσεις που έδειχναν συντριπτική ήττα του ΟΧΙ, τα πλάνα από τις ουρές μπροστά από τα ΑΤΜ, όταν τέθηκε περιορισμός στο ποσό των χρηματικών αναλήψεων.

Ακολούθησαν αρκετές αναφορές εργοδοτικής τρομοκρατίας προς υπαλλήλους, οι οποίοι λόγω της τραπεζικής κρίσης δεν είχαν πληρωθεί και που είτε εμμέσως, είτε σαφώς κλήθηκαν να ψηφήσουν ΝΑΙ για να διατηρήσουν την δουλειά τους. Αυτές ήταν ειδήσεις που κυκλοφόρησαν κυρίως μέσω των social media ή, όπως συνηθίζεται στις ανθρώπινες κοινωνίες, από στόμα σε στόμα.

Κι έπειτα, ήρθαν οι συγκεντρώσεις. Την Πέμπτη πριν το δημοψήφισμα ήταν αυτή του ΝΑΙ, μία συγκέντρωση πραγματικά τεράστια και βαθύτατα πολιτική, συναισθηματικά φορτισμένη, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Την επομένη, ήταν η συγκέντρωση του ΟΧΙ. Μία συγκέντρωση που σημειώθηκε ως η μεγαλύτερη των τελευταίων ετών (δεκαετιών, ακριβέστερα) Χαρακτηρίστηκε αυτομάτως «ιστορική». Εκείνη την Παρασκευή φάνηκε σα να «κλειδώνει» το αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα δεν περιμέναμε την τεράστια διαφορά μεταξύ των ποσοστών.

Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ

Οι επόμενες ημέρες της νίκης ήταν καφκικές στην ένταση και στον δαίδαλο: Η 17ωρη διαπραγμάτευση, η τεράστια απογοήτευση και η λήθη μίας εκ των μοναδικών σταθερών καθόλη την ιστορία της ανθρωπότητας: Τίποτε δε χτίζεται σε μία ημέρα. Η απεμπλοκή από τα μνημόνια δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει ούτε με ένα νόμο, ούτε με ένα άρθρο, ούτε με ένα δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα, όμως, έδινε μία νομιμοποίηση.

Το ευφυολόγημα του «ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ» πολιτικά ήταν μάλλον αφελές κι πρόχειρο, «καφενειακό» στη συγκρότησή του. Το ΟΧΙ δεν έχασε κι αυτό φάνηκε την επόμενη τετραετία. Ο ΣΥΡΙΖΑ επανεξελέγη το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους λαμβάνοντας τη νομιμοποίηση να συνεχίσει την πολιτική την οποία ξεκίνησε, έχοντας ήδη υπογράψει νέα μνημονιακή σύμβαση, ωστόσο.

Που έγκειται, λοιπόν, η διαφορά; Στον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Δεδομένο υπήρχε και ήταν το οικονομικό χρέος. Αυτό που πρότεινε η τρόικα για την αποπληρωμή ήταν η διάλυση του κοινωνικού ιστού της χώρας: Παιδεία, Εργασία, Υγεία και κοινωνικό κράτος. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να περάσει στην αποπληρωμή του χρέους διατηρώντας όλα τα προηγούμενα, προς όφελος των χαμηλότερων τάξεων και στοχεύοντας κυρίως στη μεσαία τάξη.

Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει όρθιο το κοινωνικό κράτος. Να βελτιωθούν οι εργασιακές συνθήκες για τους νέους και χαμηλόμισθους, μη επαναφέροντας τις αντεργατικές διατάξεις για τα μπλοκάκια, υποχρεώνοντας τους εργοδότες (εμμέσως) να ασφαλίσουν τους εργαζομένους από το να τους εντάξουν σε πρόγραμμα όπως το προαναφερθέν. Διασφάλισε τη δημόσια και δωρεάν Υγεία για όλους τους κατοίκους της χώρας, ακόμα κι για θεραπείες πολλών χιλιάδων ευρώ. Επένδυσε στα κοινωνικά επιδόματα και συνέχισε να διατηρεί το δημόσιο χαρακτήρα της Παιδείας. Κι ενώ το δημοψήφισμα δεν κατάφερε να επιτύχει το άπιαστο όνειρο της ολικής επαναφοράς των ρυθμών της ζωής εν μία νυκτί, κατάφερε να δώσει το πράσινο φως για την διατήρηση της συνοχής του κοινωνικού ιστού σε βάθος τετραετίας, όταν πια στις 18 Αυγούστου του 2018 η Ελλάδα –και τυπικά πλέον- εξήλθε από τα μνημόνια.

Οπότε, το ΟΧΙ που διεκδίκησε την απεμπλοκή από τη νεοφιλελεύθερη οικονομία και τις υποδείξεις της, τελικά ίσως και να κέρδισε.

Βέβαια, καθώς η οικονομία βασίζεται στις επιλογές της άσκησης της πολιτικής, τώρα θα δούμε αν ήρθε η ώρα του ΝΑΙ. Προς το παρόν εντοπίζουμε τις πρώτες νίκες εις βάρος του κοινωνικού κράτους, της Παιδείας οπωσδήποτε και εν μέρει της Υγείας. Αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς ως προς το αίσθημα της δικαιοσύνης, θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα.

Γράψτε το σχόλιό σας