Η πλούσια κόμη του γκρίζαρε όχι από την ηλικία μα από την πιτυρίδα. Είχε και ένα μικρό σφηνοειδές μούσι. Μοντέρνος για την εποχή, με πλουμιστά πουκάμισα, πέτσινο καφετί σακάκι, εφαρμοστά παντελόνια. Στηριζόταν σε κάτι τετράγωνα τακούνια για να κερδίζει μπόι. Εμπαινε στην τάξη χαμογελαστότατος και βραχνός από τα τσιγάρα, μας προσφωνούσε «νεολαία!» και μας δίδασκε Χημεία. Χημεία δεν μάθαμε οι περισσότεροι. Μας έχει μείνει ωστόσο ο ερωτοπαθής τρόπος με τον οποίον μιλούσε για τις ενώσεις και τις αντιδράσεις. «Το άζωτο βγαίνει ραντεβού με το οξυγόνο… Μέσα στον δοκιμαστικό σωλήνα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα!».

Μαλλί τρικυμιώδες, γυαλάκια στρογγυλά, κοστούμι καρώ. Ο δάσκαλός μας της μουσικής. Εβαζε στο πικάπ εισαγωγές από όπερες και τις διηύθυνε ανεμίζοντας τα χέρια του, έτοιμος – λες – να απογειωθεί. Μας ανήγγειλε τον θάνατο του Μότσαρτ συντετριμμένος, σαν να είχε συμβεί το προηγούμενο μόλις βράδυ. «Μίλα μας, Ηλιάδη, για τις συμφωνίες του Μπετόβεν!». Ο Ηλιάδης δεν είχε ιδέα. Του πασάρω κάτω από το θρανίο τις σημειώσεις μου. Τα γράμματά μου – φευ! – ορνιθοσκαλίσματα. «Η Πέμπτη Συμφωνία…» συλλαβίζει. «Του Πεπρω… Του Πεπρω… Του Πεπρωφώνου!» «Τι είναι το Πεπρώφωνο;» ρωτάει εντελώς ατάραχος ο δάσκαλος της μουσικής. «Ενα όργανο, κύριε…». «Εγχορδο; Κρουστό; Πνευστό;». «Πνευστό!» απαντάει ο Ηλιάδης με ξαφνική αυτοπεποίθηση. «Σήκω στον πίνακα να μας το ζωγραφίσεις!».

Διατηρούμε τις σπαρταριστότερες αναμνήσεις από το σχολείο. Αναπολούμε ευτράπελα περιστατικά και μικροδράματα, θυμόμαστε την ωραία και τον σπασίκλα, τον κολλητό και τον εχθρό μας, τον καθηγητή που μας είχε βάλει στο μάτι. Τα μόνα που έχουμε ξεχάσει είναι όσα διδαχθήκαμε. Προ μηνών, κλήθηκα να εξηγήσω στην κόρη μου τη διαίρεση με διψήφιο διαιρέτη. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα. Κι ας είχα ξοδέψει στην Τετάρτη Δημοτικού ώρες και ώρες για να γίνω ξεφτέρι στην αριθμητική.

Τα σχολεία είναι αυλές θαυμάτων. Συγχρωτίζεσαι με κάθε σχεδόν καρυδιάς καρύδι. Μαθαίνεις τους κανόνες της φιλίας. Ερωτεύεσαι. Βασανίζεις και βασανίζεσαι από συμμαθητές και καθηγητές. Ενας δάσκαλος ιχνογραφίας πίστευε ακράδαντα πως ήμουν παθολογικά ηλίθιος. Μου απευθυνόταν σαν σε νήπιο, μου έπιανε το χέρι για να με βοηθήσει να τραβήξω μια ευθεία γραμμή. Διαολιζόμουν. Σταδιακά άρχισα να το διασκεδάζω. Να του κάνω πλάκα. Να κεκεδίζω προκειμένου να με συμπονέσει ακόμα περισσότερο. «Εχει κι αυτό το πρόβλημα στην άρθρωση ο Χρηστάκης…» είπε περίλυπος στη μάνα μου.

Οχι ότι δεν συναντήσαμε εμπνευσμένους δασκάλους που μας μύησαν σε καινούργιους κόσμους. Ο δικός μου ονομαζόταν Κρίτων Πανηγύρης. Ο Κρίτων Πανηγύρης έδωσε στη σκέψη μου κατεύθυνση και στο αίσθημά μου φτερά. Με έμαθε να καταλαβαίνω, κυρίως δε να αισθάνομαι, τους αρχαίους τραγικούς και τη σύγχρονη ποίηση. Οταν είδα τον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», κάγχασα. Ποιος Ρόμπιν Γουίλιαμς; Ο Πανηγύρης ήταν ο «Captain! My Captain»…

Το ποια ακριβώς μαθήματα θα διδάσκονται, για πόσες τάξεις και για πόσες ώρες το καθένα, δεν έχει – φρονώ – και τόση σημασία. Ενας εμπνευσμένος παπάς πιθανόν να σε φέρει στα νερά της πίστης μα εξίσου πιθανόν να σε κάνει να ακονίσεις το μυαλό σου για να στηρίξεις την αθεΐα σου. Είναι οπωσδήποτε προτιμότερος από έναν αγκυλωμένο κοινωνιολόγο, ο οποίος μονότονα επαναλαμβάνει το βιβλίο. Ενας θεατρολόγος -που διαψεύστηκε και κακοφόρμισε το όνειρό του να γίνει ηθοποιός – μπορεί να κάνει τα παιδιά να μισήσουν για πάντα το θέατρο. Ο Παύλος Σταμέλος, αστέρι κάποτε του Σπόρτιγκ, δεν κατάφερε να μου μάθει μπάσκετ. Μου έδειξε όμως, σε ένα πεντάλεπτο διάλειμμα, τι σημαίνει άνδρας λεοντόκαρδος…

Το μεγάλο πρόβλημα του ελληνικού σχολείου δεν είναι – κατά τη γνώμη μου – η ύλη. Είναι ότι στις χαμηλότερες τάξεις λειτουργεί σαν πάρκινγκ παιδιών και στις υψηλότερες σαν προθάλαμος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Σπαρακτικό το θέαμα ενός μπόμπιρα ή μίας πιτσιρίκας που ξυπνάει αχάραγα για να προφτάσει το πρώτο κουδούνι και που μετά το τελευταίο κουδούνι την τρέχουν από γλώσσες σε αθλήματα και σε μπαλέτα – εν μέρει επειδή οι γονείς έχουν προβάλει δικά τους απωθημένα επάνω της, εν μέρει διότι δυσκολεύονται, νιώθουν αμηχανία, να περάσουν ελεύθερο χρόνο μαζί της.

Θλιβερή η κατάντια του λυκείου μας, το οποίο λειτουργεί συμπληρωματικά προς την παραπαιδεία. Τι διαφορά εάν έχεις καλλιτεχνικά ή λατινικά, όταν μέσα στην τάξη ουσιαστικά κοιμάσαι, εξοικονομείς δυνάμεις, για να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις του φροντιστηρίου; Για να παπαγαλίσεις το απόγευμα τα γραμματικά φαινόμενα, τους τύπους της Φυσικής, τις κοινότοπες ιδέες που θα σε βάλουν στο πανεπιστήμιο;

Οπως οι ποινικοί δικαστές θα όφειλαν να εγκλειστούν καμιά εβδομάδα ιγκόγκνιτο στη φυλακή, έτσι και οι πολιτικοί. Προτού εξαγγείλουν εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ή χτυπηθούν για να τις ακυρώσουν, θα έπρεπε να επιστρέψουν στο σχολείο. Να θυμηθούν τι αλήθεια εκεί συμβαίνει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο