Το όνομα του Βαραββά σημαίνει «γιος πατρός» ή «γιος Αββά».

Εβραίος ληστής. Καταδικάστηκε σε θάνατο για έναν φόνο που διέπραξε σε μια εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ. Ο Ματθαίος τον ονομάζει «περιβόητον δέσμιον». Ο Μάρκος «συνωμότη» και ο Ιωάννης «ληστή».

Την εποχή της δίκης του Ιησού, ο Βαραββάς ήταν ήδη στη φυλακή. Ο Πιλάτος τότε έκανε μια προσπάθεια να ελευθερώσει τον Ιησού. Ηταν έθιμο, κάθε Πάσχα να απελευθερώνεται και ένας φυλακισμένος. Αυτό ακριβώς πρότεινε λοιπόν στους Ιουδαίους.

Ομως, ο όχλος με την έντονη επιρροή των αρχιερέων, ζήτησε να απελευθερωθεί ο Βαραββάς και να καταδικαστεί ο Ιησούς. Ετσι ο Πόντιος Πιλάτος υποκύπτει στις επιταγές της μάζας, αφήνει ελεύθερο τον Βαραββά, καταδικάζει τον Χριστό και πλένει τα χεράκια του ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του Σπύρου Παπαδόπουλου. Μένουμε σπίτι, μένουμε ασφαλείς – όλοι εκτός απ’ τον Εσταυρωμένο που μέχρι ν’ αναστηθεί, είδε κι έπαθε.

Πολύ βαριά την έπαιρνα αυτήν την υπόθεση από τότε που ήμουνα μικρό παιδί. Δεν το άντεχε η καρδούλα μου. Εμπηγα κάτι κλάματα εντελώς παράφωνα. Κάθε φορά, ήθελα να αλλάξω το τέλος του Θείου Δράματος. Μπορεί ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ να αλλάξει η ιαχή του όχλου; ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ να σωθεί ο Χριστούλης, μπορεί; Γίνεται;

Αυτόν τον Βαραββά τον είχα στην μπούκα. Μίσος ασίγαστο. Ποιος ήταν ο αλήτης, το ρεμάλι το μαυροτσούκαλο που πήρε στον λαιμό του τον ξανθό Χριστούλη; Διαλέξαν τον παλιάνθρωπο από τον Θεάνθρωπο; Σ’ αυτό το πανάρχαιο reality show, οι άνθρωποι δεν ψηφίζανε με μηνύματα από το κινητό ή σε ιστοσελίδες. Ψηφίζανε δια βοής κι όποιος φώναζε πιο δυνατά τον σώζανε. Οποιου το φαν κλαμπ θες που ήταν λίγο κρυωμένο, θες που έκλεισε ο λαιμός του δεν του ‘βγαινε η φωνή, πάει ο άνθρωπός τους ξέχνα τον. Εχεις δηλαδή τον Χριστούλη προτεινόμενο και ψηφίζεις να μείνει ο Βαραββάς στο σπίτι; Ε ποτέ.

Αργότερα είδα και μια (πιο) B’ (πεθαίνεις) χολιγουντιανή ταινία με τίτλο «Βαραββάς». Της ξεφτίλας παραγωγή, ό,τι περικεφαλαία είχε περισσέψει από τον Μπεν Χουρ το πέταξαν στον Βαρραβά να γελάν κι οι πανοπλίες. Ενας Αντονι Κουίν να σέρνεται στον ομώνυμο ρόλο με κάτι αρχαιοπρεπείς fast fashion χλαμύδες. Κι από δίπλα η Σιλβάνα Μάγκανο το σούπερ κορίτσι από το «Πικρό Ρύζι» του Τζουζέπε Ντε Σάντις en pleine gloire με τη σκιστή χλαμύδα ως τον γοφό, στης Ζωζώς το ύψος υπολόγιζε.

Αχ, Βαραββά, τι μου ‘κανες! Πολύ προσωπικά την έπαιρνα την όλη υπόθεση. Θυμάμαι στο Δημοτικό, είχαμε μια δασκάλα. Τι στην ευχή, σαδίστρια ήταν αυτή η γυναίκα; Να κάθεται τώρα και να μας περιγράφει το Θείο Δράμα με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Μόνο που δεν έπαιρνε τον βούρδουλα να τον κροταλίζει μες την τάξη για περισσότερο ρεαλισμό. Τι τα βασανιστήρια, τι τα μαρτύρια, το μαστίγωμα, τον Γολγοθά. Στο ακάνθινο στεφάνι λες και πάθαινε παράκρουση. Ασε δε την ηδονή της με τα καρφιά στον Σταυρό. Κάτσε, κυρά μου, πού πας; Μικρά παιδιά έχεις μπροστά σου. Εντρομα ματάκια, καρδούλες τρελές από τον τρόμο.

Τους εφιάλτες που έσερνα εγώ χρόνια αργότερα απ’ την τρελή, η ψυχούλα μου τους ξέρει. Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα ράκος γινόμουνα. Ηθελα να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Να βγει ο Πιλάτος, να θέσει το δίλημμα κι ο όχλος να σώσει τον Χριστούλη. Στάχτη και μπούρμπερη ο Βαραββάς.

Κι ακόμα και τώρα. Το παιδί που κρύβεται μέσα μου, το κοριτσάκι που συνυπάρχει με τη γυναίκα… Ακόμα και τώρα πέρα από κάθε λογική, γνώση, το κοριτσάκι φωνάζει με όλη του τη δύναμη:

«Τον Αντονι Κουίν να σταυρώσετε. Τον Αντονι τον Κουίν!»

 

Γράψτε το σχόλιο σας