Ο Χένρι Μπάιρον Γουόρνερ πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 82 χρονών. Ο Τζέφρι Χάντερ, στα 42 του, υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία, έχασε τις αισθήσεις του και τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι. Ο Μαξ φον Σίντοφ μας άφησε τον Μάρτιο που μας πέρασε, πλήρης ημερών, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε για όποιον έχει καβατζάρει τα 90. Ο Τεντ Νίλεϊ ζει ακόμη – σήμερα είναι 77 χρονών – με σταθερά πτωτική πορεία στην καριέρα του. Αντιθέτως, ο Ρόμπερτ Πάουελ, έναν χρόνο μικρότερος από τον Νίλεϊ, σημείωσε μια σταθερά ανοδική πορεία στη δική του καριέρα, κυρίως τηλεοπτική.

Εισέτι εντυπωσιακότερη σταδιοδρομία έχει να επιδείξει ο Γουίλεμ Νταφόε, 65 ετών, επίσης ζωντανός. Ο Τζιμ Καβίζελ, 52 χρονών, είχε τύχη βουνό, καθώς σώθηκε από μια σειρά ατυχημάτων, μολονότι η καριέρα του δεν γνώρισε ποτέ την «εκτόξευση» που ανέμενε ο ίδιος. Ο Γκράχαμ Τσάπμαν έφυγε στα 48 του χτυπημένος από καρκίνο. Ο Αλέξης Γκόλφης αναχώρησε στα 59 του, ως άστεγος ρακοσυλλέκτης, παρότι κατά διαστήματα πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια του. Ο Κρίστιαν Μπέιλ, 46 χρονών, βρίσκεται σήμερα στο ζενίθ της καλλιτεχνικής του επιτυχίας. Ο Ντιόγκο Μοργκάντο, στα 39 του, θεωρείται ως ένας από τους πιο «καυτούς» αστέρες της γενιάς του.

Τα στοιχεία είναι αντλημένα από ένα άρθρο της Χριστίνας Κατσαντώνη, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα The Toc τον Απρίλιο του 2014, εμπλουτισμένο με τα δεδομένα του 2020.

Ο ευρηματικός τίτλος του άρθρου  – «Ισχύει αλήθεια η «κατάρα» του Ιησού;» – αποκαλύπτει, πέραν των άλλων, και τον μοναδικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε όλους αυτούς τους λιγότερο ή περισσότερο σημαντικούς ηθοποιούς: άπαντες σε κάποια φάση της καριέρας τους – νωρίς, συνήθως – ερμήνευσαν τον Ιησού Χριστό σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές παραγωγές, συμβατικές ή αντισυμβατικές, ορθόδοξες ή αιρετικές, όσον αφορά την καλλιτεχνική «ανάγνωση» του Θείου Δράματος.

Με την πάροδο των ετών, η σταδιοδρομία τους και η ιδιωτική τους ζωή αναδείχτηκαν ή αποσιωπήθηκαν από πλείστα όσα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε συνάρτηση με το εάν διέψευδαν ή επιβεβαίωναν τον αστικό μύθο της «κατάρας» του Ιησού. Οπως δεκάδες άλλοι αστικοί μύθοι, έτσι και αυτός ήταν εξαιρετικά πικάντικος και πιασάρικος προκειμένου να χρονοτριβεί κάποιος με το ενοχλητικό ερώτημα κατά πόσο ανταποκρίνεται έστω και κατά προσέγγιση στην πραγματικότητα.

Ευθύς εξαρχής εγείρεται η εύλογη απορία: αφ’ ης στιγμής η χριστιανική θρησκεία, σχεδόν σε όλες τις δογματικές της παραλλαγές (εξαιρούνται κάποιες ακραία φονταμενταλιστικές περιθωριακές παραφυάδες), δεν αντίκειται στην απεικόνιση και στην αναπαράσταση των Παθών του Ναζωραίου, γιατί θα έπρεπε ο Ιησούς Χριστός να «καταραστεί» ειδικά τους ηθοποιούς που τον ενσάρκωναν και όχι τους αγιογράφους, τους γλύπτες ή τους μελωδούς που έπαιρναν το ελεύθερο – συχνά, ποιητική αδεία, το πολύ ελεύθερο – να ασχοληθούν μαζί Του; Μήπως η «κατάρα» είχε να κάνει με την ύπαρξη ή την απουσία προσήκοντος θρησκευτικού σεβασμού κατά την καλλιτεχνική προσέγγιση; Τα δεδομένα δεν συνηγορούν υπέρ μιας ανάλογης ερμηνείας, ακόμη και όταν αναφερόμαστε σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές διασκευές του ίδιου «αιρετικού» δημιουργού, όπως του Νίκου Καζαντζάκη: μπορεί ο Αλέξης Γκόλφης της σειράς «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να ατύχησε στη ζωή του, αλλά ο Γουίλεμ Νταφόε του «Τελευταίου πειρασμού» τα πήγε μια χαρά.

Επιπλέον, μια ενδελεχής έρευνα στη σταδιοδρομία ή στην ιδιωτική ζωή όσων ηθοποιών «ατύχησαν» πολύ δύσκολα θα καταφέρει να συνδέσει την κακοδαιμονία τους (χρόνια ή και δεκαετίες αργότερα) με την ερμηνεία τους στη συγκεκριμένη παραγωγή – εκτός και αν, τι άλλο να πούμε, ο Ναζωραίος δεν συγχωρεί ποτέ το κακό παίξιμο…

Προφανώς λοιπόν και πρέπει να ψάξουμε κάπου αλλού για να βρούμε την εξήγηση της ανθεκτικότητας στον χρόνο όχι μόνο του εν λόγω αστικού μύθου, αλλά και των περισσοτέρων αντιστοίχων. Τον μίτο, ώστε να μη χαθούμε στον λαβύρινθο των γνήσιων και των χαλκευμένων πληροφοριών, μας τον προσφέρει ένα από τα πιο ανήσυχα πνεύματα της εποχής μας. «Γεια χαρά» μας συστήνεται σε μια από τις δημοφιλείς διαλέξεις της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης TED, «είμαι ο Μάικλ Σέρμερ, διευθυντής του Συλλόγου Σκεπτικιστών, εκδότης του περιοδικού «Σκεπτικιστής» («Skeptic»). Ερευνούμε ισχυρισμούς σχετικά με την παραφυσική, την ψευδο-επιστήμη, τη μη-επιστήμη, τη σκουπιδο-επιστήμη, την επιστήμη βουντού, την παθολογική επιστήμη, την κακή επιστήμη, τις επιστημονικές ανοησίες και τις κλασικές ανοησίες. Κι εκτός και αν ήσασταν στον Αρη πρόσφατα, ξέρετε ότι υπάρχουν μπόλικες εκεί έξω».

Καρπός της πολυετούς εξονυχιστικής μελέτης του αμερικανού ιστορικού της επιστήμης Μάικλ Σέρμερ γύρω από κάθε αλλόκοτη αντίληψη, όσο εμφανώς γελοία ή επιτηδευμένα σοβαροφανή – την τηλεπάθεια, τη μαγεία, τη μετεμψύχωση, τα φαντάσματα, τις απαγωγές από εξωγήινους, τον τάχα μου «επιστημονικό» δημιουργισμό, την άρνηση του Ολοκαυτώματος κ.ο.κ. – ήταν το βιβλίο του «Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε παράξενα πράγματα;» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006). Η απάντηση που δίνει ο ίδιος στην ερώτηση του τίτλου είναι σύνθετη και φαινομενικά αντιφατική: επειδή είμαστε όντα «προγραμματισμένα» ή «καταδικασμένα» (ας διαλέξουμε τι μας ανακουφίζει περισσότερο) να αναζητούμε πάντοτε μια «εξήγηση» που να ικανοποιεί ταυτόχρονα την περιέργεια και τη λογική μας· επειδή, αλίμονο, η περιέργειά μας συνήθως είναι απεριόριστη, αλλά η λογική μας  συνήθως είναι περιορισμένη. Το αποτέλεσμα; Με τεράστιες νοητικές ακροβασίες, άλματα ανεπίτρεπτα για την κοινή λογική, συνδέουμε τα ασύνδετα και ανακαλύπτουμε συνάφειες εκεί όπου ολοφάνερα δεν υφίστανται. Και αν το ιλαρό πεπρωμένο του Μαξ φον Σίντοφ δεν συνάδει με τη ζοφερή «κατάρα» του Ιησού; Τόσο το χειρότερο για το ιλαρό πεπρωμένο του Μαξ φον Σίντοφ. Το κάνουμε γαργάρα.

Ενας άλλος ιστορικός, ο Βρετανός Ντάρεν Ολντριντζ, στις «Παράξενες ιστορίες του Μεσαίωνα» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2014) έρχεται να δώσει μια χείρα βοηθείας στον Μάικλ Σέρμερ.

Ο Ολντριντζ μας λέει ότι ο μεσαιωνικός άνθρωπος, ακόμη και όταν προέβαινε στις πιο εξωφρενικές πράξεις ανορθολογισμού – όταν δίκαζε, λόγου χάριν, γουρούνια ή άλογα που είχαν κάνει κάποια ζημιά – έψαχνε εναγωνίως να βρει μια ορθολογική χαραμάδα, ένα κλαδί φρόνησης για να πιαστεί και να μην τον παρασύρει το ρέμα της παραφροσύνης. Δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή ότι θα δώσει λόγο μπροστά στον Κύριο κατά τη Δευτέρα Παρουσία, αλλά ανησυχούσε με ποιο από τα «σώματά» του θα εμφανιστεί ενώπιόν Του: με το «σώμα» του βρέφους, του νηπίου, του παιδιού, του εφήβου, του ενηλίκου, του μεσήλικου ή του γέροντα;

Και αν στο μεταξύ το «σώμα» του είχε πυρποληθεί ή διαμελιστεί; Οσο και αν ακούγεται περίεργο, αυτές οι μικρές ηλιαχτίδες αμφιβολίας, τα οχληρά «πώς», «πότε», «πού» και «γιατί», κράτησαν όρθια την ορθοφροσύνη μας ακόμη και στους πιο σκοτεινούς αιώνες.

Γράψτε το σχόλιό σας