Οι εξισώσεις είναι όπως τα σταυρόλεξα: μικρού, μετρίου και μεγάλου βαθμού δυσκολίας. Βεβαίως, εάν δεν είσαι εξοικειωμένος με τα μαθηματικά -τουτέστιν, η συντριπτική μας πλειονότητα – όλες οι εξισώσεις σού φαίνονται σαν σανσκριτικά κείμενα μεταφρασμένα στα σουαχίλι. Η παρούσα κυβέρνηση καλείται την εβδομάδα που διανύουμε να επιλύσει μια εξίσωση υπερθετικού βαθμού δυσκολίας. Το γεγονός ότι η εβδομάδα αυτή συμπίπτει με τη Μεγάλη Εβδομάδα των Ορθοδόξων, εκτός από χαριτωμένο καλαμπούρι του Πανάγαθου, είναι κι ένα από τα στοιχεία που συντείνουν στη δυσκολία της εξίσωσης. Για την ακρίβεια, είναι το πρωτεύον.

Το πρώτο στοιχείο έχει να κάνει με την ιδιοσυστασία της κυβέρνησης αυτής καθαυτής. Η κυβέρνηση που προέκυψε από τις κάλπες της 7ης Ιουλίου 2019 κλήθηκε ευθύς εξαρχής να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, τον συντηρητισμό με τον φιλελευθερισμό, όχι επειδή την ταλάνιζε κάποια ιδεολογική σκορδοκαΐλα, αλλά επειδή της έλαχε να εκπροσωπεί ένα δικέφαλο εκλογικό ακροατήριο: ανθρώπους θρησκευόμενους και παραδοσιακούς από τη μια μεριά, ανθρώπους φιλελεύθερους και προοδευτικούς από την άλλη.

Αυτό το παράταιρο ζευγάρι δεν το ένωνε τόσο η διάθεσή του για αμοιβαίες υποχωρήσεις όσο η επιθυμία του να ξεφορτωθεί ένα άλλο παράταιρο ζευγάρι, την αριστερο-ακροδεξιά συγκυβέρνηση που είχε προηγηθεί. Δεδομένου ότι το εκλογικό σώμα είχε κουραστεί από τα ιδεοληπτικά φούμαρα και η νέα κυβέρνηση ακολούθησε σε γενικές γραμμές την οδό της κοινής λογικής (κάπου κάπου έκλεινε το μάτι προς τους συντηρητικούς/θρησκευόμενους, αλλά φαινόταν πως το έκανε πιο πολύ από υποχρέωση παρά από πεποίθηση), το εγχείρημα αποδείχτηκε συν τω χρόνω λιγότερο επίπονο από όσο προέβλεπαν οι Κασσάνδρες. Ωστόσο, η κυβέρνηση -όπως κάθε κυβέρνηση – είχε στην άκρη του μυαλού της ότι μπορούσε να συμβεί «καμιά στραβή στη βάρδια της», αλλά δεν άφηνε να την κυριεύει ο πανικός για ένα ανάλογο, ελάχιστα πιθανό ενδεχόμενο. Κατανοητό. Κι ένας σεισμός των επτά Ρίχτερ δεν είναι απίθανος, αλλά δεν ταμπουρώνεις κάθε μέρα τους μαθητές κάτω από τα θρανία. Πόσω μάλλον να κλείσεις τα σχολεία προληπτικά επ’ αόριστον.

«Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ», αναστέναξε ο Σον Κόνερι κι επέστρεψε στη ρουτίνα του Τζέιμς Μποντ με την ομότιτλη ταινία (1983), παρά τη ρητή του δέσμευση να μην ερμηνεύσει πάλι αυτόν τον ρόλο. Δεν γνωρίζω εάν κάτι παρόμοιο πέρασε και από τον νου του Κυριάκου Μητσοτάκη με το ξέσπασμα της πανδημίας. Δεν μπορεί πάντως να μην έσκασε ένα χαμόγελο με την ειρωνεία της ιστορίας: ακριβώς την ώρα που έδειχνε να βρίσκει ένα modus vivendi με το συντηρητικό/θρησκευόμενο τμήμα του εκλογικού του ακροατηρίου, εδραιωμένο στην κατανόηση και στην ανεκτικότητα εκατέρωθεν, η πανδημία του κορωνοϊού τον ανάγκαζε να λάβει ακραία μέτρα που θα ήταν «βούτυρο στο ψωμί» κάθε κακόπιστου χειριστή αφελών: να κλείσει τις εκκλησίες – και πότε, μάλιστα; Μεγαλοβδομαδιάτικα.

Μα δεν έκλεισαν και τα τζαμιά; Δεν έκλεισαν και οι συναγωγές; Ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο Μητσοτάκης κατελήφθη αίφνης από ένα ανεξήγητο αντικληρικαλιστικό μένος – τι στο διάβολο; Από το ίδιο μένος κατελήφθησαν και οι μουσουλμάνοι, από το ίδιο και οι εβραίοι, από το ίδιο οι κυβερνώντες απανταχού της γης; Είναι ένα ερώτημα που δεν αντέχει στη βάσανο της ορθοφροσύνης, αρκεί να διατηρείς στοιχειώδη επαφή με την τελευταία -ειδάλλως, μονάχα δύο λύσεις αποδέχεσαι για την εξίσωση της Μεγάλης Εβδομάδας: είτε ο Μητσοτάκης να ανοίξει τις εκκλησίες και να κρασάρει τα νεκροταφεία είτε να κρατήσει τις εκκλησίες κλειστές κι εμάς ζωντανούς αλλά εσαεί δύσπιστους για την αναγκαιότητα των μέτρων. Τυχαία, νομίζετε, η Μεγάλη Εβδομάδα ονομάζεται Εβδομάδα των Παθών;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr