Στο μικρό πλην θεμελιώδες έργο του «Πολιτική θεολογία» (του 1922) ο Καρλ Σμιτ διατυπώνει το αξίωμά του περί κυριαρχίας: «Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Ο διανοητής που επιβλήθηκε πανευρωπαϊκά ως ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα του πρώιμου Μεσοπολέμου για να τελειώσει τις ημέρες του αξιοθρήνητα ως οπαδός και συνεργάτης του Χίτλερ, έδωσε το ’22 έναν από τους πιο μεστούς και διαχρονικούς ορισμούς στην ιστορία της επιστήμης του. Είναι η χρονιά που ο φασισμός ξεκινά τη σκοτεινή πορεία του στην Ευρώπη, με την κατάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι με την «Πορεία στη Ρώμη». Ο Χίτλερ, τότε, ήταν ανύπαρκτος.

Ξαφνικά, σήμερα, η συζήτηση για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει επανέλθει παντού σε υψηλούς τόνους, εν μέσω δραματικών συνθηκών. Η «σύγκρουση» των μέτρων περιορισμού για επιβράδυνση του ιού με τη λειτουργία της δημοκρατίας έχει αναχθεί διεθνώς σε μείζον θέμα. Πολλοί είναι εκείνοι που σε αυτά τα μέτρα βλέπουν περιστολή της δημοκρατίας και διολίσθηση στον αυταρχισμό. Αυτό καταρρίπτεται (και) από τον παραπάνω ορισμό: παντού τα μέτρα πάρθηκαν από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, απολύτως μέσα στα πλαίσια των Συνταγμάτων, των νόμων και των υποχρεώσεών τους, ενώ πουθενά δεν υπήρξε αντίδραση σε αυτά σε επίπεδο αντιπολιτεύσεων. Η αγωνία για τη Δημοκρατία είναι πάντοτε θεμιτή και αυτοδικαίως δικαιολογημένη.

Εν προκειμένω όμως είναι παντελώς άστοχη και ακραία. Την απάντηση δίνουν άλλωστε οι ίδιες οι λέξεις, αρκεί να κάνουμε τον κόπο να τις ακούσουμε. Για να υπάρχει Δημοκρατία, πρέπει να υπάρχει Δήμος. Και για να υπάρχει Δήμος, πρέπει να νικηθεί η πανδημία. Αν δεν νικηθεί, πολύ απλά, δεν υπάρχει τίποτα. Για ποια δημοκρατία θα μιλούσαμε έπειτα από επικράτηση της πανδημίας; Θα είχαμε πάει ξανά 500 χρόνια πίσω! Τα μέτρα σώζουν και τον Δήμο και τη Δημοκρατία.

Πρέπει να καταστεί σε όλους σαφές ότι η, διεθνής άλλωστε, υιοθέτηση των εξαιρετικά ακραίων αυτών μέτρων δεν έχει να κάνει με φρονήματα κανενός είδους. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ασφαλώς και θα ήταν όχι απλώς παραβίαση, αλλά θάνατος της Δημοκρατίας. Δεν συμβαίνει όμως. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η εξαιρετικά επιθετική και δυναμική φύση της απειλής επιβάλλει τέτοιους μηχανισμούς άμυνας, που, προσοχή, την ύπαρξή τους προβλέπει η ίδια η Δημοκρατία.

Και, υπ’ αυτή την έννοια, τα μέτρα όχι απλώς δεν είναι κίνδυνος, όχι απλώς είναι απαραίτητα, αλλά, ουσιαστικά, αποτελούν και μία υψηλή έκφραση της λειτουργίας της ίδιας της Δημοκρατίας. Μία Δημοκρατία που μπορεί να επιβάλλει τέτοια μέτρα για τέτοιον λόγο και που δεν τα μπλέκει καθόλου με ζητήματα φρονημάτων ή άλλα, όχι απλώς δεν είναι ελλειμματική και αδύναμη, αλλά, αντιθέτως, είναι μία Δημοκρατία στα καλύτερά της.

Ζούμε σε καθεστώς ιδιότυπου πολέμου. Και αυτός δεν αντιμετωπίζεται χωρίς έκτακτα μέτρα, που, εν προκειμένω, η επιβάρυνση που φέρουν στους πολίτες, είναι αστεία σε σύγκριση με τον κίνδυνο έναντι του οποίου αναλήφθηκαν. Το να βλέπουμε να ξυπνούν φαντάσματα αυταρχισμού μέσα από αυτά τα μέτρα είναι παιδαριώδες. Είναι σαν να φωνάζουμε ότι στον πόλεμο δεν πρέπει να επιβάλλεται στρατιωτικός νόμος. Τότε, πώς θα διεξαχθεί; Η ιδέα ότι μια κυβέρνηση κρύβει κάτι πίσω από αυτά τα μέτρα – η όποια δημοκρατική κυβέρνηση της εποχής μας – είναι απλώς εκτός τόπου και χρόνου. Τι να κρύβει; Πού είναι ο κίνδυνος; Η κυβέρνηση δεν προλαβαίνει να πάρει ανάσα από όλο αυτό που συμβαίνει, όχι να… σχεδιάζει εις βάρος της ελευθερίας των πολιτών! Και τι ανάγκη θα είχε για κάτι τέτοιο; Ας σοβαρευτούμε επιτέλους. Είμαστε σε πόλεμο με τρομερό εχθρό.

Γράψτε το σχόλιο σας