Προχθές το πρωί, όπως κάθε πρωί τις τελευταίες δέκα μέρες, ξύπνησα, πλύθηκα, χτενίστηκα, έβγαλα τη φόρμα ύπνου, έβαλα μια άλλη φόρμα ύπνου, έβγαλα τις παντόφλες, έβαλα άλλες παντόφλες και «βγήκα» στο σαλόνι να πιω τον καφέ μου. Ολα στο σπίτι ήταν όπως πάντα. Αν «με έβλεπα» έτσι πριν από ένα μήνα, θα υπέθετα ότι θα ήταν ένα χαλαρό πρωινό χωρίς επείγουσες επαγγελματικές υποχρεώσεις που θα το απολάμβανα στο ρελαντί.

Κι όμως, κάτι δεν ήταν όπως πάντα. Κάτι, αρχικά απροσδιόριστο, φάλτσαρε μέσα σε αυτήν την κατασκευασμένη κανονικότητα. Με πήρε ώρα να το συνειδητοποιήσω. Ηταν η παντελής απουσία εξωτερικών ήχων. Τίποτα άλλο εκτός από το γκλινκ της κούπας του καφέ πάνω στη γυάλινη επιφάνεια του τραπεζιού. Σχεδόν κανένα μαρσάρισμα από τον δρόμο ούτε πόρτες αυτοκινήτων που κλείνουν δυνατά. Κανένας ήχος μηχανήματος ούτε ντάπα – ντούπα καρφώματος ούτε φωνές εργατών («Βάρδα Καραβάκο») από κάποια οικοδομή, αυτές οι τόσο ενοχλητικές, σε κανονικές συνθήκες «συναυλίες». Ούτε κουβεντολόι από γειτόνισσες που δεν ξέρω τα πρόσωπά τους αλλά αναγνωρίζω τις φωνές τους. Σε μια υποτυπώδη παιδική χαρά που είναι δίπλα στο σπίτι κανένα παιδί. Ούτε κι εκείνη η φωνή από το μεγάφωνο, στον ίδιο πάντα τόνο «Υπόγεια αδειάζω, πατάρια αδειάζω, κήπους καθαρίζω ο παλιατζής σας» που ακόμη περιδιάβαινε στη γειτονιά μου. Τίποτα. Μόνο τα πουλιά από το διπλανό άλσος λυσσομανούσαν στο κελάηδημα σαν να με κορόιδευαν.

Το απόγευμα βγήκα να περπατήσω στον δρόμο. Παντού αυτή η βουβαμάρα. Την εικόνα της άδειας πόλης την έχουμε λίγο – πολύ συνηθίσει από τα ηλεκτρονικά πλάνα. Ο «ήχος» της βουβής πόλης όμως – αυτό το mute που δεν περιγράφεται διότι πώς να περιγράψεις το τίποτα; – με σόκαρε ακόμη περισσότερο. Και συνειδητοποίησα ότι αυτό που λέμε ατμόσφαιρα (όχι στη Μετεωρολογία) διαμορφώνεται απ’ όσα, συνήθως, δεν προσέχουμε. Από τις λεπτομέρειες που καταγράφονται στο φόντο του «πίνακα», ερήμην του κεντρικού θέματος. Που δεν το επηρεάζουν αλλά το αναδεικνύουν. Και, τελικά, δίνουν υπεραξία στο έργο. Για παράδειγμα τι θα ήταν η Μόνα Λίζα αν ο Ντα Βίντσι είχε ζωγραφίσει στο background έναν τοίχο και όχι αυτό το ασαφές τοπίο της Τοσκάνης;

Να, αυτό λείπει από τη νέα καθημερινότητά μας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η πολυτέλεια του περιττού ήχου, της περιττής εικόνας, της περιττής συναναστροφής. Αυτό που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να πας σε μια συναυλία και στο να την παρακολουθήσεις από μία οθόνη έστω και σε live μετάδοση. Τις αποδομημένες ατμόσφαιρες της ζωής τους νομίζω ότι προσπαθούν να ξαναχτίσουν, με ό,τι υλικά τους έχουν απομείνει, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Γάλλοι που τραγουδούν, φωνάζουν, χειροκροτούν στα μπαλκόνια τους, οι γιατροί που τούς το ανταποδίδουν με βίντεο. Και έχω την εντύπωση ότι αν η Λίνα Νικολακοπούλου έγραφε σήμερα εκείνο το τραγούδι του 1987, τα ίδια θα έγραφε. «Κι είμαστε ακόμη ζωντανοί στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα / Κι αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα».

Γράψτε το σχόλιο σας