Ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν στις Βρυξέλλες ζήτησε νέα συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ενωση για τη διαχείριση των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών (και όχι μόνο) με δέσμη φιλόδοξων αιτημάτων. Εθεσε όλη την ατζέντα των ευρωτουρκικών θεμάτων στο τραπέζι. Θα πρέπει όντως να υπάρξει μια νέα συμφωνία αλλά αυτή σκόπιμο είναι, από ελληνικής πλευράς τουλάχιστον, να ενταχθεί μέσα σε μια ευρύτερη ειδική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών που να ρυθμίζει περισσότερες πτυχές της σχέσης. Προκειμένου να εξυπηρετούνται καλύτερα (και) τα ελληνικά συμφέροντα.

Η αποσπασματική, τεμαχισμένη διαπραγμάτευση δεν μας συμφέρει. Τα αιτήματα Ερντογάν ανοίγουν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα. Η επιδίωξη για σύναψη μιας ειδικής σχέσης εκκινεί από τη γενική παραδοχή ότι όσο πλησιέστερα «δεμένη» είναι η Τουρκία με την Ευρώπη τόσο καλύτερα για την Ελλάδα και την περιοχή. Το ερώτημα είναι ποιο ακριβώς θα μπορούσε να είναι το περιεχόμενο της ειδικής αυτής σχέσης πέρα από τις οποιεσδήποτε ρυθμίσεις για το Προσφυγικό. Πρώτα απ’ όλα η ειδική σχέση δεν θα πρέπει να εμφανιστεί ως υποκατάστατο της παγωμένης ενταξιακής διαδικασίας. Η τελευταία θα πρέπει να παραμείνει τυπικά σε ισχύ, έστω κι αν ρεαλιστικές προοπτικές για ένταξη ή ξεπάγωμά της βεβαίως δεν υπάρχουν για το ορατό μέλλον, ίσως και ποτέ.

Η ειδική σχέση μπορεί να διαλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης που συμφωνήθηκε το 1995 στο πλαίσιο της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ – Τουρκίας και έχει σήμερα ξεπεραστεί. Σχετική πρόταση της Επιτροπής για «διαπραγματευτική εντολή» υπάρχει από το 2016 αλλά μπλοκάρεται από χώρες-μέλη στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Ο εκσυγχρονισμός θα αφορά τρεις κυρίως τομείς: τα αγροτικά προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις κρατικές προμήθειες – τομείς που δεν καλύπτονται σήμερα από την τελωνειακή ένωση. Από στενή οικονομική άποψη ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν φαίνεται να συμφέρει την Ελλάδα.

Γι’ αυτό και η Ελλάδα θα πρέπει να στοχεύει σε μια «τελωνειακή ένωση συν» (customs union plus). Με άλλα λόγια, να συνοδευθεί η τελωνειακή ένωση με σειρά από άλλα στοιχεία, όπως: Πρώτον, η σύνδεση της Τουρκίας με το σύστημα ασφάλειας και άμυνας της Ενωσης (CSPP) μέσω της λεγόμενης Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO) – κάτι που μπορεί να γίνει – αλλά με τρόπο και προϋποθέσεις τέτοιες που να ικανοποιούνται βασικές ελληνικές ανησυχίες γύρω από τη συμπεριφορά της, την προστασία των ελληνικών συνόρων, την ανεξαρτησία, ειρηνική επίλυση των διαφορών περιλαμβανομένης και της προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη. (Ενα είδος δηλαδή νέου, σύγχρονου «Ελσίνκι».)

Δεύτερον, στον τομέα του Μεταναστευτικού / Προσφυγικού – στον οποίο η Τουρκία θα συνεχίσει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο για σημαντικό χρονικό διάστημα στο μέλλον – η Ελλάδα θα πρέπει μεταξύ άλλων να επιδιώξει ρυθμίσεις που θα καλύπτουν το σύνολο των ανατολικών συνόρων/ενδοχώρας, τη συγκατάθεση της Τουρκίας για τη δραστηριοποίηση της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) στα χωρικά ύδατα και έδαφος, αλλά και τη δημιουργία κέντρων επιλογής/διαλογής προσφύγων/μεταναστών σε τουρκικό έδαφος με πρόσθετο αντάλλαγμα για την Τουρκία την ενισχυμένη χρηματοδότηση και τη (σταδιακή) απελευθέρωση των θεωρήσεων (visas), όπως επιμόνως ζητά η Τουρκία.

Επομένως τελωνειακή ένωση, άμυνα/ασφάλεια (PESCO), Προσφυγικό/μετανάστευση, θεωρήσεις μπορούν να συγκροτήσουν τους πυλώνες για μια ειδική σχέση που θα δένει την Τουρκία πλησιέστερα με την Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και θα εξυπηρετεί πρωτίστως τα ελληνικά συμφέροντα. Η επιδίωξη της σχέσης αυτής δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες. Αλλά δεν βλέπω και άλλη ορθολογική επιλογή. Χρειάζεται στρατηγική σκέψη από πλευράς ΕΕ (και Ελλάδας βεβαίως).

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιό σας