Ημουν 6 χρόνων όταν το 1961 ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε οικογενειακώς, από την Αμερική, στην Ελλάδα. Οι γονείς μου με τον Ανδρέα και τη Μαργαρίτα γνωρίστηκαν στα δείπνα που διοργάνωνε ο Γεώργιος Παπανδρέου στο σπίτι του στο Καστρί. Κλειστά δείπνα για λίγους κι εκλεκτούς. Τις πιο πολλές φορές, ο «Γέρος» καλούσε μόνο τα δυο ζευγάρια – θ’ άξιζε αλήθεια να μπορούσε να στήσει αυτί ο ιστορικός του μέλλοντος. Εχω εικόνα μου σε κυριακάτικο κάλεσμα στο Καστρί να διαβάζω στον πρωθυπουργό της χώρας αποσπάσματα από το αγαπημένο μου βιβλίο «Μικρές Κυρίες». Λογικά πρέπει να υπέφερε ο άνθρωπος αλλά δεν το έδειχνε.

 

Γνώρισα λίγο καλύτερα τον «κύριο Ανδρέα» στα παιδικά πάρτι που έκανε η Μαργαρίτα στο σπίτι τους στο Παλαιό Ψυχικό. Με τα αγόρια δεν έπαιζα ιδιαίτερα, αλλά η κόρη τους η Σοφία τι γλυκό πλάσμα. Λίγο μεγαλύτερη από μένα, μου έκανε παρέα για να μη στέκω σαν κούτσουρο στη γωνιά. Θυμάμαι με καλοδεχόταν και με ρωτούσε με σπασμένα ελληνικά:

«Geia sou Elena, ti theleis na paixoume?».

Ο Ανδρέας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μοναχοκόρη του. Εχω εικόνα τη Σοφούλα να παίζει πιάνο κι ο μπαμπάς της να τη φιλάει τρυφερά στα μαλλιά. Εγώ μόλις είχα χάσει τον δικό μου πατέρα. Ξαφνικά ήρθε κοντά μου με αγκάλιασε. Ούτε που θυμάμαι τι μου είπε. Αυτό που θυμάμαι είναι πως ένιωσα πολύ καλύτερα και για κάποιο λόγο δεν το ξέχασα ποτέ.

 

Οπως θυμάμαι τον Ανδρέα στο σπίτι μας να προσπαθεί να πείσει τη μητέρα μου να κατέβει υποψήφια με την Ενωση Κέντρου στις εκλογές που δεν έγιναν ποτέ – τις πρόλαβε η χούντα των συνταγματαρχών.

Φθινόπωρο του 1967 και ο Ανδρέας είναι πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές Αβέρωφ. Δημιουργείται τότε, από σημαντικές προσωπικότητες της Αριστεράς, η αντιστασιακή οργάνωση «Πατριωτικό Μέτωπο». Ο Κώστας Φιλίνης (ψευδώνυμο «Νικολά» στο Π.Μ.), σπουδαίος δημοσιογράφος και πολιτικός, προτείνει στη μητέρα μου να ενταχθεί στον ηγετικό πυρήνα του Πατριωτικού Μετώπου, ως διακεκριμένο στέλεχος της Ενωσης Κέντρου. Για να γίνει αυτό τότε έπρεπε πρώτα να εγκριθεί από τον Ανδρέα. Ο Φιλίνης έδωσε στη μαμά την ιδρυτική διακήρυξη της οργάνωσης για να φτάσει στα χέρια του, να τη διαβάσει και να δώσει το πράσινο φως.

 

Δεν ήταν πλέον καθόλου εύκολο να συναντηθούν η μητέρα μου με τη Μαργαρίτα. Τα σπίτια μας παρακολουθούνταν από αστυνομικούς με πολιτικά. Αν η μία επισκεπτόταν την άλλη, την επόμενη στιγμή θα το μάθαινε η Ασφάλεια.

 

Κι έτσι φτάνουμε στην τελευταία φορά που παίζω με τη Σοφούλα: για να μην καρφωθούν, η Μαργαρίτα κάλεσε δυο τρία κοριτσάκια με τις μαμάδες τους κι έτσι πήγαμε κι εμείς. Η μητέρα μου της έδωσε τη διακήρυξη σε ένα τόσο δα χαρτάκι με ψείρες γράμματα κι εκείνη την «πέρασε» στον άντρα της στην επόμενη επίσκεψή της στις φυλακές. Ο Ανδρέας ενέκρινε τη συμμετοχή και η Σύλβα μπήκε στην Αντίσταση. Αργότερα κι εκείνη θα καταδικαζόταν σε δέκα χρόνια κάθειρξη ως ηγετικό στέλεχος του Πατριωτικού Μετώπου.

Στη Μεταπολίτευση θυμάμαι συχνά το ζευγάρι σε καλέσματα στο δικό μας σπίτι στη Φιλοθέη μαζί με σημαντικούς ανθρώπους όπως τον Γιώργο Κουμάντο, τον Σάκη Πεπονή, τον Θεοδωράκη, τον Μόραλη, τον Μιγάδη, τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Ρόδη Ρούφο, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, τον Μαγκάκη με τη Ραλλού, τον Μάριο Πλωρίτη, τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου και τόσους άλλους.

Αν είχα να διαλέξω μία και μοναδική εικόνα από τις μνήμες μου με τον Ανδρέα Παπανδρέου θα ήταν η αγκαλιά που μου έκανε δίπλα στο πιάνο της Σοφούλας. Η αγκαλιά από έναν πατέρα σε έναν κοριτσάκι που μόλις είχε χάσει τον δικό του μπαμπά. Αυτό.

Υ.Γ. Το κείμενο γράφτηκε για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου.

 

Γράψτε το σχόλιο σας