Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τουλάχιστον τα έργα θεάτρου, έστω και ως περιεχόμενο αλλά και ως ολοκληρωμένα παραστάσιμα θεάματα, στην πόλη που εφεύρε το θεατρικό είδος, την Αθήνα, έχουν πάντα και διαχειρίζονται και κρίνουν πολιτικά γεγονότα σύγχρονά τους και πάντα τραυματικά. Εγραφα και πρόσφατα για το έργο του Φρυνίχου που δεν σώθηκε, αλλά γνωρίζουμε και το θέμα του και την επίδραση που άσκησε και τη θέση του στην παγκόσμια ιστορία του θεάτρου, αφού είναι το πρώτο θεατρικό έργο που οι ιδέες του ενόχλησαν την εξουσία και απαγορεύτηκε η παράστασή του, άρα ήταν η πρώτη λογοκρισία στην ιστορία της Ευρώπης τουλάχιστον.

Το θέμα του, ένα δριμύ κατηγορώ του ποιητή για την Αθηναϊκή Δημοκρατία που εγκατέλειψε στην τύχη τους τούς πολιορκούμενους Μιλησίους από τους Πέρσες. Εξού και ο τίτλος του έργου «Μιλήτου άλωσις». Το θέατρο έχει μια άκρως ενδιαφέρουσα πορεία, αφού μέσα σε λίγα χρόνια από την τυχαία πρώτη του εμφάνιση, σε διονυσιακά δρώμενα, έγινε δημοκρατικός θεσμός, επίσημος και επιχορηγούμενος και τουλάχιστον οι πρώτες του παραστάσεις έχουν θέματα ιστορικά και μάλιστα σύγχρονα. Ετσι καταρρίπτεται η άποψη πως για να μιλήσει κανείς για ιστορικά θέματα, πολέμους, διχασμούς, εμφυλίους θα πρέπει να έχουν κρυώσει τα συναισθήματα και να υπάρχει νηφάλια απόσταση.

Η «Μιλήτου άλωσις» και οι «Φοίνισσες» του Φρυνίχου έχουν ως θέμα την καταστροφή της μεγάλης ελληνικής αποικίας και την ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα πριν από τους ανάλογου περιεχομένου «Πέρσες» του Αισχύλου, του πρώτου σωζόμενου αριστουργήματος του είδους.

 

Εκτοτε η ιστορία μαζί με τη μυθολογία έγιναν οι μεγάλες θεματικές πηγές για ένα καλλιτεχνικό είδος που αποτέλεσε εξαρχής τέχνη για τις μάζες, αφού απαιτούσε δημόσια δημιουργία. Η ποίηση, ο χορός, η μουσική έχουν ειδικότερο πάντα ακροατήριο ή θέαση. Αλλά και τα μυθολογικά θέματα ήταν τόσο πολύ φορτισμένα με προβλήματα, ήθη, θεσμούς, πολιτικά λάθη και ηρωικές πρωτοβουλίες, ώστε απλώς αποτελούσαν το πρόσχημα και τη λαϊκή αναγνωρισιμότητα (οι μύθοι των τραγωδιών ήταν ευρέως λαϊκά γνωστοί), πέρα από τους «Πέρσες», οι «Ικέτιδες» του Αισχύλου αναλύουν τα προβλήματα της προσφυγιάς, η «Ορέστεια» θεμελιώνει τους θεσμούς της ανθρώπινης δικαιοσύνης, ο «Προμηθέας» είναι το πρώτο κείμενο της ανθρωπότητας που αναλύει τα προβλήματα από την επέμβαση του ανθρώπου στη φύση, την ανάγκη εργαλείων και τα όρια της χρήσης τους.

Στους «Επτά επί Θήβας» ωμά και οριστικά θέτει τα τραγικά αποτελέσματα, υλικά, ηθικά και κοινωνικά, της εμφύλιας σύρραξης.

Εκτοτε το θέατρο πάντα είχε παρουσιάσει με έντονη παρέμβαση τα προβλήματα που δημιουργεί στον άνθρωπο και στις κοινωνίες. Ακόμη και στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και στον βυζαντινό ο διωγμός (η Ιερά Εξέταση τους έκαιγε) των θεατρίνων που σχολίαζαν τους θεσμούς και τις αυθαιρεσίες της εξουσίας άφησε πίσω του ηρωικές παρακαταθήκες αντίδρασης στον αυταρχισμό και τον δογματισμό.

Το πόσο δυνατή ήταν η επιρροή της θεατρικής φόρμας και της λαϊκής της απήχησης φαίνεται από το γεγονός πως η Θεία Λειτουργία είναι έργο ενός ελληνομαθούς σπουδαστή στην Αθήνα που ακόμη συντηρούσε τις αρχαίες τέχνες της, του Μεγάλου Βασιλείου. Είναι σχεδόν σκανδαλώδης μίμησις και στο αρχιτεκτονικό και στο υμνογραφικό και στο δραματικό στοιχείο του αρχαίου δράματος.

Εκτοτε όλη η ιστορία του θεάτρου και στην Ευρώπη και στην υπόλοιπη οικουμένη είναι καθοριστικά επηρεασμένη από το θεατρικό μέσο διάδοσης ιδεών, αξιών και απορρίψεως δογμάτων.

Ιστορικά δράματα έγραψε ο Σαίξπηρ και όλοι οι σύγχρονοί του, ιστορικά ο Λόπε ντε Βέγκα, ιστορικά όλοι οι αναγεννησιακοί ιταλοί συγγραφείς.

Οταν μάλιστα φούντωσε το κίνημα (πολιτικό, ιδεολογικό, οικονομικό, ηθικό) του ρομαντισμού, οι Ευρωπαίοι αναζήτησαν τις ρίζες τους (κυρίως γλωσσικές, ιδεολογικές και εθιμικές) και πλημμύρισαν τα θέατρα από έργα αναφοράς στους ιστορικούς «μύθους» των λαών.

Κι εδώ μετά την επανάσταση που αναζητήθηκε καθορισμός ταυτότητας, το Βυζάντιο, η αρχαιότητα αλλά και οι ήρωες της επανάστασης ενέπνευσαν τους συγγραφείς.

Δεν παύει λοιπόν το θέατρο να επιβεβαιώνει τον ορισμό του Σαίξπηρ: είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας. Θυμίζω πως μετά την Κατοχή παίχτηκαν έργα με ήρωες τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Καποδίστρια, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, αλλά και τον Διογένη, τον Αλκιβιάδη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τη Δίκη των Επτά και τον Ανθρωπο με το Γαρίφαλο και πρόσφατα ακόμη τον Αρη. Σπάνια τα έργα αυτά ήταν αγιογραφίες, αλλά κι όταν ήταν, ο ευαίσθητος στις ιδέες θεατής έπαιρνε και παίρνει θέση σε έναν άτυπο διάλογο με τη σκηνή.

Γράψτε το σχόλιο σας