Στα τέλη του 2014 ο Προκόπης Παυλόπουλος δήλωνε σε όλους σχεδόν τους τόνους ότι μετά από 18 χρόνια παρουσίας στη Βουλή και στην κεντρική πολιτική σκηνή, η πολιτική του καριέρα έφτανε σε ένα τέλος. Αυτό έδειχνε και η απόφασή του να μην είναι ξανά υποψήφιος στις εκλογές του 2015. Άλλωστε, τις προηγούμενες εκλογές είχε εκλεγεί στην έβδομη θέση στο ψηφοδέλτιο της ΝΔ στην Α΄ Αθήνας, ενώ ήταν γνωστό ότι παρά την μεσσηνιακή εντοπιότητα που τους ένωνε, ποτέ δεν τα πήγε καλά με τον Αντώνη Σαμαρά.

Γι’ αυτό το λόγο και εντυπωσίασε η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να τον προτείνει για ΠτΔ στις αρχές του 2015. Όμως φαίνεται ότι στη σκέψη του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ πρυτάνευσε η λογική μιας υποψηφιότητας που να μπορεί να συγκεντρώσει μεγάλο εύρος δυνάμεων. Παράλληλα, γινόταν σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσε ότι ένα τμήμα του «καραμανλικού» χώρου μπορούσε να αποτελέσει συνομιλητή και συνοδοιπόρο της «πρώτη φορά Αριστεράς». Αυτό, άλλωστε, φάνηκε και σε άλλες επιλογές και ανοίγματα σε πρόσωπα, με πιο χαρακτηριστικό ίσως, όχι πάντα για τον καλύτερο λόγο, αυτό του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.

 

Βέβαια, ο Προκόπης Παυλόπουλος πέραν του ανοίγματος που μπορεί να υποσχόταν σε τμήμα της κεντροδεξιάς (αυτό που συνήθως αποκαλούμε «καραμανλισμό») ερχόταν και με μια πολιτική κληρονομιά που μπορούσε να περάσει θετικά στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ.

Ήταν ο υπουργός που είχε θεσπίσει το λεγόμενο ΠΔ Παυλόπουλου, χάρη στο οποίο χιλιάδες εργαζόμενοι του δημοσίου μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της επισφάλειας. Ήταν αυτός που είχε δώσει τη μάχη για την τελικά αποσυρθείσα ύστερα από ευρωπαϊκές πιέσεις ρύθμιση για το «βασικό μέτοχο» στα ΜΜΕ. Και ήταν αυτός που το 2008, κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων κινητοποιήσεων και επεισοδίων με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, είχε αντισταθεί στις πιέσεις να υπάρξει πολύ πιο σκληρή αντιμετώπιση. Βέβαια, ταυτόχρονα είχε ψηφίσει και τα μνημόνια, αλλά ούτως ή άλλως ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να δώσει στίγμα υπέρβασης.

 

Το στίγμα Παυλόπουλου

Είναι αλήθεια ότι μετά την αναθεώρηση του 1986, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια ώστε να ο πρόεδρος της Δημοκρατίας κυρίως να μπορεί να δώσει το δικό του στίγμα. Κυρίως αυτό περιορίζεται στο να αποφεύγει να δώσει αρνητικό στίγμα (π.χ. με τον τρόπο που επισκιάστηκε η προεδρία Σαρζετάκη από την άρνησή του να δοθεί χάρη στο Χρ. Ρούσσο, παρά το μεγάλο κύμα συμπαράστασης στον τελευταίο) και στο εάν θα μπορεί να κάνει κάποιες συμβολικές χειρονομίες, όπως π.χ. έκανε ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος το 1999 προσφωνώντας τον Μπιλ Κλίντον όταν και έκανε εκτεταμένες αναφορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μπορεί βεβαίως να συνεπικουρεί πλευρές της εξωτερικής πολιτικής κυρίως στο βαθμό που έχει και το δικό του πυκνό πρόγραμμα διεθνών επισκέψεων. Πολύ σπάνια θα χρειαστεί όντως να πάρει θέση σε κάτι.

Ο ίδιος ο Προκόπης Παυλόπουλος θα βρεθεί στην πρώτη χρονιά της προεδρίας του αντιμέτωπος με μια σύνθετη κρίση, αυτή της διαπραγμάτευσης της Ελλάδας με την Τρόικα που θα φτάσει πολύ κοντά στην ρήξη, ιδίως στην περίοδο λίγο πριν και λίγο μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Δεν θα πάρει δημόσια θέση, όμως έχει γραφτεί ότι θα έχει έναν έμμεσο δίαυλο επικοινωνίας με τον γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ με σκοπό την αποτροπή της ρήξης. Ούτως ή άλλως από το βράδυ του δημοψηφίσματος γνωρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρόκειται να προχωρήσει σε ρήξη.

Από εκεί και πέρα θα έλεγε κανείς ότι η συνολική του παρουσία στην προεδρία μπορεί να απέφυγε τις κακοτοπιές ή τις κινήσεις που θα έφερναν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, όμως την ίδια στιγμή δεν έδινε και κάποιο ιδιαίτερο στίγμα. Βέβαια, ήταν και αρκετά έμπειρος ώστε να γνωρίζει ότι δεν είναι απλό πράγμα να δίνει στίγμα ο εκάστοτε ΠτΔ, γιατί αυτό μπορεί να έχει ξεχωριστή βαρύτητα. Ο θόρυβος που μπορούσε να προκαλέσει η παραμικρή αποστροφή του Κ. Καραμανλή κατά την πρώτη θητεία της «συγκατοίκησης» με τον Ανδρέα Παπανδρέου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, ενώ μένοντας πάλι στο πρόσωπο του Κ. Καραμανλή, ήταν χαρακτηριστικό το πόσο είχε μετρήσει η προσωπική του στάση και φόρτιση για το θέμα του Μακεδονικού. Γι’ αυτό το λόγο και συμπορεύτηκε διακριτικά με τις κυβερνητικές θέσεις αποφεύγοντας να συγκρούεται με αυτές. Άλλωστε, η προεδρία του συνέπεσε μια περίοδο όπου η διακυβέρνηση της χώρας βασιζόταν σε ένα μνημόνιο το οποίο είχαν ψηφίσει πέραν του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Από την άλλη, ο Προκόπης Παυλόπουλος ποτέ δεν μπόρεσε να πετύχει τη θετική δημοφιλία είχε π.χ. ο Κ. Στεφανόπουλος, που κατέκτησε ως ΠτΔ την πλατιά εκτίμηση που δεν μπόρεσε ποτέ να έχει ως αρχηγός κόμματος.

Ο ίδιος βέβαια θα επιλέξει να μην διευκολύνει την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα στο ζήτημα της εκλογής της ηγεσίας του Αρείου Πάγου. Θα αρνηθεί να υπογράψει τα σχετικά Προεδρικά Διατάγματα (παρότι υπήρξαν φωνές στο νομικό κόσμο που υποστήριξαν ότι δεν έχει τέτοιο περιθώριο) επιτρέποντας στη νέα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να κάνει μετά τις δικές της επιλογές.

 

Η δυσκολία της επανεκλογής

Η επανεκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου ήταν εξαρχής μια δύσκολη υπόθεση. Καταρχάς, ακριβώς επειδή ήταν γνωστό ότι θα προηγείτο η συνταγματική αναθεώρηση ήταν δεδομένο ότι δεν θα υπήρχε η πίεση για ενισχυμένη πλειοψηφία στην προεδρική εκλογή. Άρα το επιχείρημα να επαναληφθεί μια συναινετική εκλογή δεν ετίθετο με τον ίδιο επιτακτικό τρόπο. Ούτε είχε κατακτήσει εκείνη την απήχηση που θα σήμαινε πολιτικό κόστος σε περίπτωση μη επανεκλογής του.

Κυρίως, όμως, ο Προκόπης Παυλόπουλος εκπροσωπούσε όχι απλώς την τακτική συμπόρευση της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, αλλά κυρίως το συμβολισμό της συμπόρευσης καραμανλικής κεντροδεξιάς και ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν ακριβώς η στρατηγική με την οποία συγκρούστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν διεκδίκησε την ηγεσία της ΝΔ.

 

Με αυτή την έννοια και στο βαθμό που ο αρχηγός της ΝΔ ένιωθε κυρίαρχος στο πολιτικό παιχνίδι πολύ δύσκολα θα συναινούσε σε μια επιλογή με ανταγωνιστικό στίγμα. Όχι γιατί δεν θα επεδίωκε τη συναινετική εκλογή, αλλά γιατί ήθελε να γίνει με πρόσωπο που να αποτυπώνει τη δική του πρωτοβουλία κινήσεων, εν προκειμένω αυτό της κ. Αικατερίνης Σακελλαροπούλου.

Επιπλέον, ο τρόπος ο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε ότι ασκούσε πίεση μέσα από την προβολή του προσώπου του Προκόπη Παυλόπουλου, στην πραγματικότητα ακύρωσε τις έστω και μικρές πιθανότητες που μπορεί να υπήρχαν για να κατέληγε ο κ. Μητσοτάκης σε αυτή την επιλογή, καθώς θα φαινόταν ότι σύρεται πίσω από τις δημόσια διακηρυγμένες επιλογές της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αντιθέτως, ήταν τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ αυτός που αναγκάστηκε να δηλώσει στήριξη της επιλογής του πρωθυπουργού.

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας