Σκέφτομαι συχνά το μέλλον της δεκατετράχρονης κόρης μου. Η συνηθέστερη σκέψη μου είναι ότι αυτά τα παιδιά είναι η ελπίδα για να μπορέσει αυτή η κοινωνία πραγματικά να χειραφετηθεί και να αλλάξει. Ομως, η συνηθέστερη δεύτερη σκέψη μου είναι ότι η χώρα αυτή για πολύ καιρό θα παραμείνει η νεοφιλελεύθερη δυστοπία που, κακά τα ψέματα, επιβλήθηκε ως θεραπεία για το «ελληνικό πρόβλημα» ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 και επομένως ίσως η ελπίδα για τους νέους να βρίσκεται εκτός συνόρων.

Παρά τις διακηρύξεις για την ανάγκη να ανακοπεί το brain drain (όρος κάπως παραπλανητικός, καθώς μεταναστεύουν γενικά νέοι άνθρωποι και όχι μόνο πτυχιούχοι), λίγα πράγματα κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

Η μείωση της ανεργίας στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε θέσεις μερικής απασχόλησης, η επισφάλεια θεωρείται αναπόσπαστο στοιχείο του εργασιακού τοπίου, οι εργοδοτικές ενώσεις αμφισβητούν οποιαδήποτε σκέψη για αύξηση του κατώτατου μισθού και έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε τα 800 ευρώ αξιοπρεπή αμοιβή θέσεων υψηλής μόρφωσης και ειδίκευσης και κατώφλι εισόδου στη μεσαία τάξη.

Ακόμη και για τον χώρο της έρευνας η αύξηση των κάθε λογής υποτροφιών και προγραμμάτων δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχουν ημερομηνία λήξεως χωρίς κάποια περαιτέρω προοπτική. Ως αποτέλεσμα η φυγή συνεχίζεται με αποτέλεσμα π.χ. να έχουμε έλλειμμα ειδικευόμενων γιατρών, όταν κάποτε είχαμε το πρόβλημα των μεγάλων αναμονών για ειδικότητα.

Το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Πολλές χώρες της περιφέρειας της ΕΕ έχουν υψηλά ποσοστά μετανάστευσης. Αυτό αφορά και χώρες του νότου, όπως την Πορτογαλία, αλλά και χώρες της διεύρυνσης όπως τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Με το χαμηλό κόστος εργασίας να προβάλλεται από παντού ως μονόδρομος για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη να παραμένει αναιμική, ο κυνικός θα έλεγε ότι απομένει μόνο η εξαγωγή εργατικού δυναμικού. Μόνο που αυτό δεν είναι το μέλλον που θέλω για την κόρη μου.

Γράψτε το σχόλιο σας