Πριν λίγες μέρες, όταν η Σίτυ έχασε από τη Λίβερπουλ, είχα διαβάσει μια ενδιαφέρουσα τοποθέτηση ενός βιογράφου (!) του Πεπ Γκουαρντιόλα που κλήθηκε να απαντήσει στην ερώτηση των ημερών στην Αγγλία και που αφορά το αν ζούμε τη σεζόν του τέλους της λάμψης του Καταλανού. «Γνωρίζοντας τον άνθρωπο, μπορώ να σας πω ότι ο Πέπ θα ήθελε τώρα να βρίσκεται στη Γερμανία και να έχει μπροστά του μια διακοπή πρωταθλήματος για να επωφεληθεί από δαύτη» είπε ο Ζουλιέν Μπαλαγκό. «Θα κλεινόταν αρχικά στο γραφείο του για να μελετήσει λύσεις για την κρίση της Μάντσεστερ Σίτυ για μέρες, θα έβλεπε ξανά όλα της τα παιγνίδια, θα προσπαθούσε να φανταστεί τι διαφορετικό θα μπορούσε να κάνει. Θα έδινε άδεια στους παίκτες του για μπορεί να βασανίσει τον εαυτό του» τόνισε. Βρήκα την περιγραφή καταπληκτική. Στο ποδόσφαιρο οι εικόνες των ανθρώπων είναι συχνά στερεοτυπικές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και ψεύτικες. Ο Μπαλαγκό μαζί με τον Μαρτί Περαρνό είναι οι συγγραφείς ενός σπουδαίο βιβλίο για τον Γκουαρντιόλα – οι άνθρωποι που ήδη από τα χρόνια της Μπαρτσελόνα βοήθησαν στη δημιουργία της δημόσιας εικόνας του: αυτοί περιέγραψαν πρώτοι τον Πεπ ως άνθρωπο με αληθινή εμμονή με το ποδόσφαιρο, εντελώς απορροφημένο στο έργο του – ένα τελειομανή που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη και που φυσικά υποφέρει όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως πρέπει.

Καμία απολύτως έκπληξη

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκουαρντιόλα περνά αυτό τον καιρό μια από αυτές τις φάσεις όπου σχεδόν τίποτα στην ομάδα του δεν φαίνεται να δουλεύει. Ποτέ στη σταδιοδρομία του ομάδα του δεν έχει κάνει σε πρωτάθλημα τόσο κακό ξεκίνημα όσο η Σίτυ. Το πρόβλημα του δεν είναι η Λίβερπουλ, που τρέχει ασταμάτητα: είναι η κακή λειτουργία της ομάδας του, αφού με 32 βαθμούς μετά από 16 αγωνιστικές η Σίτυ δεν θα ήταν πρώτη σε κανένα πρωτάθλημα. Η ήττα στο Ανφιλντ επιβεβαίωσε όλες τις υποψίες που υπήρχαν από την αρχή της σεζόν: μετά την έκβαση του περσινού πρωταθλήματος η Σίτυ άδειασε. Ισως γιατί άδειασε από ιδέες και ο προπονητής της. Ωστόσο, εάν ρίξουμε μια πιο προσεχτική ματιά στην επαγγελματική πορεία της Πεπ, δεν θα εκπλαγούμε με αυτό που του συμβαίνει.

 

Η ιστορία του Καταλανού προπονητή φαίνεται να επαναλαμβάνεται κυκλικά και προκαθορισμένα ανεξάρτητα από το περιβάλλον στο οποίο δουλεύει. Σε ένα πρόσφατο άρθρο του στη Guardian, ένας καλός Αγγλος σχολιαστής ο Μπέρνει Ρόνεϊ, δανείστηκε όμορφα κάτι από τη Βίβλο για να περιγράψει τον κύκλο του Πεπ: μίλησε για «Γένεση, Αποκάλυψη και Εξόδο». Οταν ο Γκουαρντιόλα αναλαμβάνει μια ομάδα το πρώτο κομμάτι της δουλειάς του είναι η φάση της κατασκευής – που είναι πάντα θεαματική. Εφαρμόζονται οι μέθοδοί του στην προπόνηση, υπάρχει πάντα διδασκαλία νέων συστημάτων, η εκμάθηση δημιουργεί ενθουσιασμό, γιατί γίνεται με τρόπους πρωτότυπους: στις πρώτες προπονήσεις της Σίτυ π.χ ο Στέρλινγκ αγωνιζόταν με ξεχωριστή φανέλα και στα διπλά άλλαζε ομάδα ανά τέταρτο!  Όταν αυτή η φάση ολοκληρωθεί αρχίζει μια δεύτερη που είναι και η καλύτερη περίοδος: σε αυτή η ομάδα έχει μάθει το παιγνίδι και μπορεί απλά να αθροίζει μεγάλες στιγμές ποδοσφαίρου – παίζοντας και μεθοδικά, αλλά και αν χρειαστεί πολύ γρήγορα, «πιο γρήγορα και από τη σκιά της», όπως έχει πει κι ο Μπεκιριστάιν που τον ξέρει καλά. Όμως όλο αυτό ολοκληρώνεται και ακολουθεί ένα παράξενο μπούκωμα – συχνά ανεξήγητο. Το τελευταίο κομμάτι μοιάζει σαν μια παράξενη μακρά περίοδος αποχαιρετισμού. «Ο κύκλος κλείνει, όταν η συναισθηματική ενέργεια δεν ανανεώνεται» λέει ο Ρόνεϊ. Η ομάδα αδειάζει μαζί με τον προπονητή της.

Στην τέταρτη σεζόν

Σύμφωνα με τον Ρόνεϊ, ο Γκουαρντιόλα στη Σίτυ ζει φέτος μια τέτοια χρονιά και δεν φταίνε για αυτό οι παίκτες του, αλλά ο ίδιος. Εχει ενδιαφέρον αλλά αυτός ο παράξενος κορεσμός (που δεν έχει να κάνει με τις επιτυχίες, αλλά με την ίδια την ένταση της δουλειάς) προκύπτει πάντα στη διάρκεια της τέταρτης σεζόν στον ίδιο πάγκο. Στη Μπαρτσελόνα π.χ συνέβη το ίδιο: μετά από τέσσερα χρόνια δουλειάς, ο Πεπ ολοκλήρωσε την παρουσία του κερδίζοντας με την καταπληκτική εκείνη Μπάρτσα μόνο το κύπελλο Ισπανίας – ο ίδιος τότε έμοιαζε να υποφέρει την αναμέτρηση με τον Ζοζέ Μουρίνιο που ανέβασε στα ουράνια τη μάχη της πίεσης. Τότε ο Πεπ έμοιαζε να υποφέρει πολύ από έναν αντίπαλο που οδήγησε τη μεταξύ τους αναμέτρηση έξω από το γήπεδο: ο Μουρίνιο έπαιξε με τα νεύρα του απαιτώντας να γίνει ακόμα καλύτερος – ο Πεπ δεν ήταν προετοιμασμένος για μια αναμέτρηση, που βασιζόταν πολύ σε δηλώσεις ούτε και ενδιαφέρθηκε να παίξει αυτό το παιγνίδι. Απλά έφυγε.

Φέτος στην Πρέμιερ λιγκ ο Πεπ βρήκε έναν διαφορετικό αντίπαλο, έναν με τον οποίο πάντοτε αναμετρήθηκε αποκλειστικά στο επίπεδο της τακτικής και του ποδοσφαίρου: ο Γιούργκεν Κλοπ είναι ίσως ο αντίπαλος που ο Γκουαρντιόλα πάντα ήθελε, αυτός που θα τον ανάγκαζε να γίνει καλύτερος. Τις τελευταίες χρονιές ο Κλοπ ήταν ο «υπέροχος κακός» στο παιγνίδι της πνευματικής ανησυχίας του Πεπ, ενός ανθρώπου που, όπως επισημαίνουν οι βιογράφοι του, «έχει πάντα την ανάγκη να μην σταματήσει να σκέφτεται». Αλλά πόσο μπορείς να πιέζεσαι; Και κυρίως πόσο εμονικός μπορείς να γίνεις όταν απέναντι σου έχεις κάποιον που καλά καλά δεν βλέπεις ως εχθρό; Αυτό νομίζω είναι το εφετινό του πρόβλημα: ο Κλοπ με τη φυσική του συμπάθεια και την ολόσωστη συμπεριφορά του έχει κερδίσει την εκτίμηση του Γκουαρντιόλα κι αυτή η εκτίμηση μοιάζει να έσβησε τη φλόγα του ανταγωνισμού.

Στο ίδιο επίπεδο

Όταν πέρυσι ολοκληρώθηκε η Πρέμιερ λιγκ πολλοί έλεγαν ότι αν ο Γκουαρντιόλα διατηρήσει την Σίτυ σε αυτό το επίπεδο θα ξαναπάρει το πρωτάθλημα, αφού ακόμα και η Λίβερπουλ δεν μπορεί να φτάσει τους 100 πόντους στην Πρέμιερ λιγκ. Όμως ο Γκουαρντιόλα δεν μπορεί να «διατηρεί» μια ομάδα για καιρό: στο ποδόσφαιρό του πρέπει να υπάρχει πάντα επανάσταση και εξέλιξη, σίγουρα όχι συντήρηση. Οι ιδέες του λειτουργούν παντού και δεν αφορούν μόνο τις ομάδες του: κατά τη διάρκεια του τελευταίου Παγκοσμίου Κυπέλλου, κι ενώ η Αγγλία είχε σε αυτό το καλύτερο αποτέλεσμα από το 1990, σας είχα επισημάνει πως η Ισπανία κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2010, όταν ο Πεπ προπονούσε τη Μπαρτσελόνα και πως η Γερμανία το έκανε το 2014 , όταν ο Γκουαρντιόλα ήταν στη Μπάγερν. Όλα αυτά δεν είναι τυχαία: η επιρροή των ιδεών του Πεπ είναι εμφανής όπου δουλεύει. Αλλά για να υπάρξει επιρροή χρειάζονται πάντα και νέες ιδέες. Κι αυτές, ακόμα και για ένα τόσο σπουδαίο, δεν είναι κάτι απλό.  Όσοι δεν γνωρίζουν καλά τη δουλειά του νομίζουν ότι οι ομάδες του παίζουν πάντα το ίδιο ποδόσφαιρο: δεν είναι έτσι. Ο Γκουαρντιόλα έφτιαξε κάποτε μια Μπαρτσελόνα με τρεις μόνο αμυντικούς, αλλά αυτό δεν το δοκίμασε πολύ στις ομάδες που δούλεψε στη συνέχεια. Εβαλε το Μέσι να κάνει το «ψευτοεννιάρι», αλλά στην Μπάγερν δούλεψε με τον Λεβαντόφσκι, ένα κανονικό βαρύ φορ. Η Σίτυ του κέρδισε πρωταθλήματα χάρη στην ταχύτητα της ανάπτυξής της – η κατοχή μπάλας ήταν λιγότερο σημαντική. Αλλά οι ανάγκες για αλλαγές ικανοποιούσαν πάντα τη θέληση του Πεπ να κερδίσει και να επιβληθεί κι αυτή η θέληση δεν διαρκεί πάρα πολύ: ο τύπος κουράζεται να κερδίζει.

Φέτος παρακολουθούμε την κούρασή του. Οσοι τον αγαπάμε ας ελπίσουμε να βρει κίνητρα και εχθρούς στο Τσάμπιονς λιγκ που τόσο του λείπει…

Γράψτε το σχόλιο σας