Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ομολογουμένως σε μία κρίσιμη καμπή, που ενώ κάποιοι παράγοντες δείχνουν σταθεροποίηση, κάποιοι άλλοι με έντονα βραχυπρόθεσμη τάση προμηνύουν ύφεση.

Η τάση της πτώσης του κόστους του χρήματος, με αποτέλεσμα να έχουμε φθάσει μέσω της EKT αλλά και μεγάλων κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος σε αρνητικά επιτόκια, έχει οδηγήσει τις προσδοκίες για ανάληψη ρίσκου στην αγορά ομολόγων και κυρίως στα εταιρικά ομόλογα, κάτι που βλέπουμε έντονα και στην ελληνική αγορά.

Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτή την στιγμή έχουν εκδοθεί εταιρικά ομόλογα σε όλες τις αγορές ύψους 19 τρις ευρώ, ένα ποσό δυσθεώρητο σε σχέση με την δυναμική των εκάστοτε κλάδων και οικονομιών, είτε μιλούμε για αναπτυγμένες, είτε για αναδυόμενες, αλλά και σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος.

Όπως παρατηρούν ήδη αρκετοί αναλυτές, αν επέλθει μία νέα ύφεση μέσα στο 2020 που προκαλέσει επιβράδυνση του ΑΕΠ αν όχι μείωση σε μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης αλλά και της Ασίας, τότε οι μαζικές πωλήσεις στα χρηματιστήρια, θα οδηγήσουν σε ρευστοποιήσεις θέσεων στα ομόλογα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν οι πιστωτές και σε αρκετές περιπτώσεις να δούμε επιχειρήσεις σε κατάσταση default ή ελεγχόμενης χρεωκοπίας αν πρόκειται για την περίπτωση της ευρωζώνης ή κάποιας άλλης μορφής διάσωσης με εξαγορά σε διαφορετική περιφερειακή αγορά.

Θα είναι αδύνατο να υπάρξει τόση μεγάλη ρευστότητα στο παγκόσμιο σύστημα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, ώστε να ανταποκριθεί σε μία ενδεχόμενη κρίση και ανάγκη ρευστοποίησης των ομολόγων που θα έχουν εκδοθεί, για να χρηματοδοτήσουν επενδυτικά projects, αλλά και για να καλύψουν δανειακές ανάγκες προς το τραπεζικό σύστημα.

Αυτό σημαίνει, πως σε οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην εξόφληση των πιστωτών, θα επηρεαστούν άμεσα και οι τράπεζες που δεν θα μπορέσουν να λάβουν τους συμφωνημένους τόκους επί των κεφαλαίων, με αποτέλεσμα ζημιές και μείωση των χορηγούμενων δανείων προς την πραγματική οικονομία.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονίσουμε, ότι τα δάνεια που αποτελούν εξωτερικό χρέος και έχουν χορηγηθεί από αλλοδαπούς πιστωτές, ισοδυναμούν με 160% της αξίας των εξαγωγών στις αναδυόμενες οικονομίες. Αυτός ο δείκτης αποτελεί μία ισχυρή απειλή για μία ενδεχόμενη ύφεση, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό πριν μία δεκαετία ήταν στο 100%, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντική ένδειξη κινδύνου.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο οι μεγάλες πολυεθνικές, όσο και οι κυβερνήσεις σε συνεργασία με τις αντίστοιχες κεντρικές τράπεζες, οφείλουν να ελέγχουν την εξέλιξη των εταιρικών ομολόγων και να δίνουν κίνητρα απομόχλευσης όταν εγκυμονεί ύφεση, ώστε να είναι σε θέση το σύστημα να ανταποκριθεί σε γενικευμένες ρευστοποιήσεις, που σίγουρα θα επηρεάσουν καταλυτικά λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες όπως η ελληνική.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιο σας