Η πραγματική έκπληξη των Ισπανικών εκλογών της proπερασμένης Κυριακής δεν ήταν ότι πλέον ο Πέδρο Σάντσεθ έκρινε ότι τα πράγματα ήταν ώριμα για μια συνεργασία με τo Podemos και τον Πέδρο Ιγλέσιας στην αντιπροεδρία, ενώ για έξι μήνες το αρνιόταν.

Το βασικό ήταν το ακροδεξιό VOX κατάφερε να φτάσει το 15%. Μην βιαστείτε να υποστηρίξετε ότι το ποσοστό αυτό δεν είναι από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη, γιατί μιλάμε για την Ισπανία όπου η ακροδεξιά έχει ιστορικές ρίζες και όπου το βασικό κόμμα της κεντροδεξιάς το Λαϊκό Κόμμα, παραδοσιακά αποτελούσε και έκφραση των νοσταλγών του φρανκισμού.

Το ίδιο το VOX μάλιστα δεν έχει προσπαθήσει ιδιαίτερα να συγκαλύψει τον ανοιχτά ακροδεξιό χαρακτήρα του. Μάλιστα, σε αντίθεση με την τάση των μεγάλων ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη όπως το Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, το VOX  δεν υιοθετεί κάποιες πιο φιλελεύθερες τοποθετήσεις για τα ζητήματα των έμφυλων ταυτοτήτων, αλλά αντίθετα καταγγέλλει ως «ολοκληρωτισμό» τα δικαιώματα για τις μειονότητες και τους πρόσφυγες, έχει κατηγορηθεί για μισογυνισμό και έχει ιδιαίτερα επιθετικές θέσεις  για τα εσωτερικά ζητήματα της Ισπανίας (επέκταση της χρήσης της ισπανικής γλώσσας, κατάργηση πρακτικά των τοπικών αυτονομιών.

Όλα αυτά δείχνουν ότι σε πείσμα των χαμόγελων ανακούφισης την επαύριον των ευρωεκλογών περί του ότι δεν υπήρξε ακροδεξιό κύμα στην Ευρώπη, ή των χαμόγελων για το ότι η Χρυσή Αυγή αυτή τη φορά απέτυχε στον εκλογικό της στόχο, η ακροδεξιά επιμένει να ενισχύει τη θέση της μέσα στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα.

Τα ανησυχητικά μηνύματα

Στις τοπικές εκλογές της Θουριγγίας η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία υπερδιπλασίασε την εκλογική της δύναμη και με 23.8% βρέθηκε στη δεύτερη θέση. Στην Ούμπρια, ιστορικό προπύργιο της Αριστεράς στην Ιταλία, ήταν η ακροδεξιά Λέγκα που σάρωσε στις τοπικές εκλογές. Στη Αυστρία η ακροδεξιά υποχώρησε εκλογικά, αλλά περισσότερο υπό το βάρος των αποκαλύψεων που έγιναν σε βάρος του ηγέτη της, την ώρα που ούτως ή άλλως μεγάλο μέρος της ατζέντας της έχει υιοθετηθεί από τον κεντροδεξιά. Kαι φυσικά στην Ουγγαρία παρά τις πολλαπλές κριτικές που έχει δεχτεί ο Βίκτωρ Όρμπαν ακόμη και από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, εντούτοις το κόμμα του ήταν ο θριαμβευτής των ευρωεκλογών, ενώ ο Ούγγρος πρωθυπουργός κατάφερε να επιβάλλει τις δικές του προτεραιότητες σε σχέση με το πρόσωπο που θα ηγηθεί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα συστημικά κόμματα υιοθετούν την ατζέντα της ακροδεξιάς

Την ίδια ώρα ολοένα και περισσότερο τα λεγόμενα συστημικά κόμματα, υιοθετούν την ατζέντα και βασικές θέσεις της ακροδεξιάς.

Στη Γαλλία, ο Εμανιουέλ Μακρόν, ετοιμάζεται να μπει στις πρώτες φάσεις της προεκλογική εκστρατείας του 2022, υιοθετώντας θέσεις για τη μετανάστευση που σε σημαντικό βαθμό απηχούν και θέσεις της ακροδεξιάς. Στη μεγάλη συζήτηση για τη μετανάστευση που θέλει να ανοίξει ήδη φαίνεται να υιοθετεί θέσεις όπως η ποσόστωση, ενώ ρητά υποστηρίζει ότι η μετανάστευση είναι πρόβλημα για τα λαϊκά στρώματα και γι’ αυτό πρέπει να παρθούν μέτρα.

Στη Γερμανία, όπου για ένα διάστημα η πρόεδρος Μέρκελ προσπάθησε να επιμένει σε μια πιο κλασική φιλελεύθερη γραμμή σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, το κόμμα της, η CDU έχει πλέον μετατοπιστεί σε πιο σκληρές δεξιές θέσεις και ανάλογα φαινόμενα είδαμε και σε άλλα ευρωπαϊκά κεντροδεξιά αλλά και κεντροαριστερά κόμματα, κάτι άλλωστε που αποτυπώνεται και στην επιμονή των ευρωπαϊκών θεσμών στην πολιτική της Ευρώπης-Φρούριο.

Στη Βρετανία οι Συντηρητικοί, «απελευθερωμένοι» πολιτικά στην προοπτική του Brexit επίσης επιδεικνύουν μια ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, όχι μόνο σε σχέση με τη μετανάστευση (εξ ου και το «ανακτούμε τα σύνορά μας») όσο ακόμη και σε σχέση με την αυθόρμητη τάση επιστροφής σε μια πιο παραδοσιακή «αριστοκρατική» θεώρηση των πραγμάτων.

Την ίδια ώρα θέματα όπως η ανάγκη αυστηρότερων πολιτικών για τη μετανάστευση, για ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας, για δρακόντειες ποινικές νομοθεσίες, για μεγαλύτερη ενίσχυση της «εθνικής διαπαιδαγώγησης» στην εκπαίδευση επανέρχονται στην πολιτική συζήτηση σε όλη την Ευρώπη.

Οι πολλαπλές εκφάνσεις της ακροδεξιάς και στην Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν είναι αμέτοχη αυτής της κατάστασης. Μπορεί να υποχώρησε εκλογικά η Χρυσή Αυγή, όμως η Ελληνική Λύση εξακολουθεί να αναπαράγει στη Βουλή τον βασικό πυρήνα των ακροδεξιών τοποθετήσεων.

Πιο ανησυχητική όμως είναι η καταγραφή ακροδεξιών αντιλήψεων μέσα στην ίδια την κοινωνία. Η εμφάνιση έντονα αντιμεταναστευτικών αντανακλαστικών, η απήχηση ρατσιστικών συνωμοσιολογικών θεωριών όπως αυτή για την «εισβολή του Ισλάμ» ή για τη «μεγάλη υποκατάσταση», οι διάφορες απαξιωτικές αναφορές για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, η επιστροφή παραδοσιακών πατριαρχικών αντιλήψεων, όλα αυτά καταγράφονται με διάφορους τρόπους στη δημόσια σφαίρα, ξεκινώντας πρώτα και κύρια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Και τέτοιες απόψεις δεν είναι προνόμιο μόνο ακροδεξιών σχηματισμών, αλλά διαπερνούν το σύνολο της κοινωνίας και του πολιτικού φάσματος. Δεν είναι πλειοψηφικές, όμως σε κρίσιμες στιγμές μπορούν και δίνουν τον τόνο, όπως φάνηκε από τις αντιδράσεις στη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο στην ενδοχώρα.

Συμπτώματα ευρύτερης κρίσης

Όλα αυτά αποτελούν τα συμπτώματα μιας συνολικότερης κρίσης που σήμερα μαστίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, πολιτικής, κοινωνικής αλλά και πολιτιστικής.

Κοινωνίες σε μεγάλη ανασφάλεια, με τα κόμματα εξουσίας, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά, να μηρυκάζουν τις ίδιες λίγο πολύ νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές που ενισχύουν τις ανισότητες, την ώρα που αντί για τις υποσχέσεις ευημερίας και ανοδικής κινητικότητας της μεταπολεμικής περιόδου κυρίως έχουμε τη βεβαιότητα μιας διαρκούς επισφάλειας.

Σε αυτό το έδαφος,  με τα ΜΜΕ να λειτουργούν τις περισσότερες φορές ως αντηχεία και όχι ως πομποί απόψεων και γνώσης, η ρητορική της ακροδεξιάς βρίσκει έδαφος, με τον ίδιο τρόπο που σε μια παράλληλη και συχνά συνδεόμενη κίνηση, βρίσκουν έδαφος κάθε είδους μορφές ανορθολογισμού, από το ανθιεμβολιακό κίνημα μέχρι τις κάθε είδους θεωρίας συνωμοσίας.

Η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων

Σε αυτό το φόντο είναι που μπορεί κανείς να δει και την ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων. Αρκετά από τα θέματα που έχουμε συζητήσει πολλές φορές δεν αντιμετωπίζονται ως πραγματικά ζητήματα αλλά περισσότερο με όρους πολιτικού μάρκετινγκ.

Τα ζητήματα που αφορούν τη μεταναστευτική πολιτική ή την «ασφάλεια» είναι από αυτή την άποψη ενδεικτικά. Η απήχηση που έχουν στην κοινή γνώμη, πολλές φορές ωθεί σε «σκληρότερες» απόψεις, ακόμη και εάν αυτές είναι επικίνδυνες ή ατελέσφορες. Μόνο που αυτό εγγράφει προσδοκίες στην κοινωνία που μετά συγκρούονται με το τι επιβάλλει μια ρεαλιστική αντιμετώπιση.

Αυτό φάνηκε και στην Ελλάδα με το ζήτημα της μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο στην ηπειρωτική Ελλάδα για να βελτιωθεί κάπως η κατάσταση στα νησιά, κίνηση εύλογη που όμως συγκρουόταν με μια προεκλογική ρητορική για κλειστά κέντρα και γρήγορες επιστροφές. Αυτή η αντίφαση άφησε χώρο για να αναπτυχθούν και ξενοφοβικά αντανακλαστικά.

Τέτοια φαινόμενα κάνουν επιτακτική την ανάγκη οι πολιτικές που προτείνονται και οι ρητορικές που προκρίνονται να στηρίζονται σε πραγματικές ανάγκες και εφικτές λύσεις. Πολιτικές που σχεδιάζονται ή παρουσιάζονται κυρίως με κριτήριο την εκλογική απήχηση, ή που επιθυμούν να χαϊδέψουν υπαρκτά «ακροδεξιά» αντανακλαστικά, ενέχουν τον κίνδυνο απλώς να προλειάνουν το έδαφος για ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της ακροδεξιάς.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο